Κατηγορία: Πρωινό Ιντερσίτυ

Το «Πρωινό Ιντερσίτυ» σε epub.

καλο2
Το Πρωινό Ιντερσίτυ τώρα σε αρχείο epub: α) Πατήστε στο παρακάτω link:

https://www.smashwords.com/books/view/572026 

Ή

β) Κλικάρετε στη φωτό αφού ανοίξετε το Μενού επάνω δεξιά στο μπλογκ

 Η καλύτερη ανάγνωση είναι σε ταμπλέτα ή smartphone με σχετικά μεγάλη οθόνη. (Το μέγεθος της οθόνης είναι για να μη γυρνάτε σελίδα κάθε λίγα δευτερόλεπτα. Τα μάτια δεν έχουν πρόβλημα: όλα τα αναγνωστάρια μεγαλώνουν τη γραμματοσειρά όσο θέλετε).

Αν το πάρετε στο laptop και θέλετε να το μεταφέρετε σε φορητή συσκευή υπάρχουν πολλοί τρόποι: 

1. Ο πολύπλοκος αλλά πιο γνωστός στους παλιούς είναι με σύνδεση της συσκευής στη θύρα USB του laptop και μεταφορά του αρχείου . (Δεν ξέρω ακριβώς πού, αλλά κάποιο φάκελο θα βρείτε..)

2. Ο πολύ απλός, που χρησιμοποιούν οι πάντες, είναι η αποστολή του αρχείου στον εαυτό σας ως συνημμένου σε email. Ανοίγετε μετά το εισερχόμενο στο τηλέφωνο ή την ταμπλέτα και πατάτε στο συνημμένο. Η συσκευή κάνει τα υπόλοιπα, όπως παραπάνω.

3. Ο πιο μοντέρνος τρόπος είναι τa  διάφορα clouds. (Το προσωπικό σας ντοσιέ εκεί επάνω στα σύννεφα). Αν τα χρησιμοποιείτε ξέρετε. Το πιο πρακτικό είναι μάλλον το Dropbox. Εννοείται πως οι «οδηγίες»  αυτές αφορούν όλα τα βιβλία.  Enjoy the reading!

Και λίγα για το βιβλίο:

Πρωινό Ιντερσίτυ

Στο «Εσπερινό Τεχνικό Εκπαιδευτήριο», ανάμεσα στις γραμμές του τρένου και το ποτάμι, παρουσιάζεται ο καινούργιος καθηγητής Αγγλικών, που είναι ταυτόχρονα και γνωστός ποιητής. Έρχεται βέβαια για να διδάξει, κυρίως όμως για να συναντήσει την αγάπη που τον στοιχειώνει χρόνια και που έρχεται κι εκείνη στο σχολείο, έχοντας τα δικά της σχέδια. Κανείς όμως από τους δύο δεν θα εφαρμόσει τα σχέδιά του. Ο καινούργιος κόσμος τους εντάσσει γρήγορα στους νόμους του: το ποτάμι πλημμυρίζει κάθε χρόνο, οι νεκροί μένουν αδικαίωτοι και οι μαθητές και καλύτεροι γνώστες αυτών των νόμων κρατούν στη σιωπή πληγές και μυστικά. Από την άλλη, το τρένο δεν χαράζει απλώς μια διαδρομή αλλά την ίδια την έξοδο προς το φως και την αλήθεια. Το Πρωινό Ιντερσίτυ είναι μεταξύ άλλων ένα μυθιστόρημα για τις δυτικές συνοικίες της Αθήνας, για τη ζωή και τα όνειρα των μαθητών και των καθηγητών σε ένα νυχτερινό σχολείο, για την κοινωνία που αλλάζει, για παλιές θυσίες και καινούργιες αγάπες ή αντίστροφα. Είναι επίσης ένα μυθιστόρημα για τη σχέση ενός ποιητή με τη γλώσσα. Κυκλοφόρησε το 2006 από τις εκδόσεις Εστία. Τώρα προσφέρεται δωρεάν από τη συγγραφέα σε ηλεκτρονική μορφή, σε νέα επιμέλεια. (Και με το εξώφυλλο που βλέπετε στην αρχή του άρθρου) πρωινό Ιντερσιτυ

Η Εύα σχεδιάζει το μέλλον (από το «Πρωινό Ιντερσίτυ»)

Η Εύα-Παντμίνι δεν ήξερε αν οι πλημμύρες θα σταματούσαν. Όμως, άσχετα από αυτό, θα έφευγε.

Κι ακόμα, τέρμα πια το «Εύα-Παντμίνι». Στο κάτω κάτω, ούτε καν ήξερε πώς ήταν στην πραγματικότητα ένας λωτός. Δεν είχε δει ποτέ της. Και τα περίεργα των παλιών Ινδών, κι αυτά της φαίνονταν πια παιδαριώδη. Η Ιρίνα της εξήγησε κάποτε ότι ήταν φυσικό οι γυναίκες εκείνες, οι πολύ παλιές, να ξέρουν να φτιάχνουν όλα αυτά τα περίπλοκα, συνταγές και τατουάζ και χειροτεχνίες: ήταν αναλφάβητες, κι αυτά αποτελούσαν τη γραμματική τους.

Μα –από τότε μάθαμε γράμματα, έτσι δεν είναι;

Είχε δίκιο ο Άγγελος που τη μάλωνε γιατί δεν διάβαζε αρκετά. Ήταν καιρός να πάψει να είναι η γυναίκα-λωτός.

Και να αφήσει και τον Άγγελο.

 

Δεν ήθελε ακριβώς να αφήσει τον Άγγελο. Ήθελε μονάχα να φύγει. Να μετακομίσει κάπου προς το κέντρο της πόλης. Μπορεί να της ήταν δυσκολότερο για το σχολείο, αλλά ήθελε να αλλάξει τη ζωή της. Πάνω από όλα, να βρει καλύτερο κομμωτήριο.

Άγγιξε μηχανικά τις μπούκλες της, που έφταναν ως κάτω από τη μέση. Πώς της το είχε πει; Οι αξίες του συστήματος. Μερικές μπορείς και να τις δέχεσαι, για να πηγαίνεις κόντρα σε άλλες.

Ναι, θα τα έκοβε.

Τα μαλλιά της.

Θα μπορούσαν να ανοίξουν κομμωτήριο με την Ιρίνα, όταν θα έπαιρναν τα πτυχία. Δικό τους κομμωτήριο. Οι Τράπεζες έδιναν δάνεια – έτσι δεν θα έκανε με το τυροπιτάδικο και η μητριά της;

Όσο για την Ιρίνα, κατά κοινή ομολογία ήταν η καλύτερη στην τάξη, σε όλα. Από το πλύσιμο των σκευών μέχρι το ψαλίδι. Όχι ευφάνταστη σαν την Εύα, αλλά πολύ συστηματική και επιμελής. Δεν θα ήταν τέλειο να άνοιγαν μαζί, οι δυο τους, κομμωτήριο;

 

Η βροχή (Από το «Πρωινό Ιντερσίτυ»)

Το ποτάμι ξεχείλισε. Η βροχή, που έπεφτε από το πρωί, ενώθηκε μαζί του σε έναν υδάτινο σχηματισμό που σκέπασε γρήγορα τα αυτοκίνητα ως τη μέση. Στην επιφάνειά του άρχισαν να πλέουν ρόδες και σανίδες, κάδοι απορριμμάτων, τραπέζια και καρέκλες καφενείων, ρούχα, ψοφίμια και χαμόκλαδα. Όλα ταξιδεύοντας με ορμή προς τη θάλασσα.

Τα συνεργεία της τηλεόρασης βρέθηκαν επί τόπου, όμως ελάχιστοι δέχτηκαν να τους μιλήσουν. Κι επειδή όσο περνούσε η ώρα τα πράγματα γίνονταν όλο και πιο επικίνδυνα, έκριναν φρόνιμο τελικά να αποχωρήσουν. Από το απόγευμα τα κανάλια έδειχναν πλάνα αρχείου.

Νύχτωσε.

Το νερό έγινε μαύρο και απειλητικό. Όποιος δεν το είχε ξαναζήσει αυτό, πανικοβλήθηκε από τη δύναμή του. Άρπαζε στη στιγμή, χτυπούσε και πετούσε, άφηνε στο έλεος.

Και πάγωνε από το κρύο.

Το σπιτάκι με τη μικρή αυλή και την τσιμεντένια ταράτσα στεκόταν μόνο του στην όχθη. Δεξιά του ήταν ένα χορταριασμένο οικόπεδο και αριστερά του ένας σωρός χαλάσματα. Αργά το βράδυ και τα δύο είχαν σκεπαστεί με νερό, και μόνο το σπιτάκι ξεχώριζε. Με το κάτω μέρος του μέσα στη λάσπη και τα δωμάτια βουτηγμένα στο σκοτάδι. Λόγω της διακοπής του ρεύματος.

Το φως ενός φακού τρεμόπαιξε στο άνοιγμα της πόρτας και μια φιγούρα πρόβαλε από το εσωτερικό του σπιτιού. Ήταν μια γυναίκα μ’ ένα θαλασσί μπουφάν. Στο ένα της χέρι κρατούσε το φακό και στο άλλο ένα πακέτο. Παραπάτησε μια στιγμή, κατάφερε να σταθεί κι ύστερα, πολύ προσεκτικά, άρχισε να κινείται, με τα νερά ως τα γόνατα, προς τη σκάλα που οδηγούσε στην ταράτσα.

Ξαφνικά ένα κύμα νερού μπήκε από την αυλόπορτα και τη χτύπησε –γιατί, καθώς η υδάτινη μάζα κινιόταν ανάμεσα στα κτίρια, έβρισκε τυχαίες διεξόδους και ορμούσε από τα χάσματα με δύναμη. Η γυναίκα ενστικτωδώς άπλωσε το χέρι για να πιαστεί και το πακέτο που κρατούσε της έπεσε. Πανικόβλητη όρμησε να το πιάσει  και γλίστρησε. Ο φακός τής έφυγε, με τη σειρά του, από το άλλο χέρι, και, καθώς είχε το νου της να κολυμπήσει για να σωθεί, μα και να σώσει το πολύτιμο αντικείμενο, δεν τον κυνήγησε. Με την ανάσα κομμένη κατάφερε να πιάσει το πακέτο. Το έχωσε βιαστικά στον κόρφο της κι έκλεισε καλά το μπουφάν.

Πάτησε στα πόδια της κι ετοιμαζόταν να κινηθεί πάλι προς τη σκάλα, όταν αναπάντεχα άκουσε μια φωνή να τη φωνάζει. Φωνή που θα αναγνώριζε ανάμεσα σε χιλιάδες: η πιο καλή της φίλη είχε έρθει, ποιος ξέρει πώς, από την άλλη πλευρά του ποταμού, κι αγωνιούσε να μάθει αν ήταν καλά.

«Φύγε», της απάντησε, όσο πιο δυνατά μπορούσε,  η γυναίκα με το θαλασσί μπουφάν. «Θα πνιγούμε κι οι δυο. Φύγε, καλά είμαι. Ανεβαίνω στην ταράτσα».

«Δεν μπορώ να φύγω τώρα», ακούστηκε η άλλη γυναίκα. «Η γέφυρα έχει πλημμυρίσει. Μπορείς να με τραβήξεις;»

Τα τελευταία λεπτά το νερό είχε αγριέψει απότομα. Το ξεχειλισμένο ποτάμι θα είχε συναντήσει κάποιο χείμαρρο.

«Κρατήσου, έρχομαι».

Η γυναίκα βεβαιώθηκε πρώτα ότι το πακέτο στον κόρφο της ήταν ασφαλές. Ύστερα όρμησε αποφασιστικά με απλωτές –ένα ιδιόρρυθμο κολύμπι με χέρια και πόδια, στο οποίο είχαν, τα τελευταία χρόνια, εξασκηθεί οι κάτοικοι της όχθης– να πιαστεί  από τα κάγκελα της αυλόπορτας.

Τα κατάφερε και στάθηκε να ανασάνει. Μισάνοιξε την πόρτα. Το δύσκολο τώρα ήταν να βγει έξω, χωρίς να αφήσει τα κάγκελα. Κι έπειτα να απλώσει το χέρι και να πιάσει τη φίλη της. Και να την τραβήξει.

Και τότε έγινε.

Δεν γίνεται συχνά, είναι η αλήθεια. Χρειάζεται η συγκυρία πολλών στοιχείων: ο όγκος του νερού κι η δύναμή του, το εκτόπισμα των όσων επιπλέουν και τα γύρω εμπόδια, οι κατευθύνσεις που αλλάζουν οι χείμαρροι στη διαδρομή.

Όμως, έγινε: ένα απίστευτα δυνατό κύμα άρπαξε τη γυναίκα, την ξεκόλλησε από τα κάγκελα και την τράβηξε σε χρόνο μηδέν μέσα στη νύχτα. Μια στιγμή μόνο πριν χαθεί, άγγιξε με το χέρι της στο στήθος το πακέτο.

Το ίδιο κύμα άρπαξε και τη φίλη της και την έριξε με δύναμη στο κατόπι. Οι δυο γυναίκες βρέθηκαν να κατεβαίνουν το ποτάμι. Λίγα λεπτά αργότερα δεν ήταν παρά έρμαια στη δίνη του, μαζί με αμέτρητα αντικείμενα.

Το σώμα της πρώτης γυναίκας –με το θαλασσί μπουφάν και το πακέτο στον κόρφο– σκάλωσε σ’ ένα σωρό από μπάζα, που κατηφόριζαν την όχθη και κατέληγαν στον πυθμένα, στενεύοντας την κοίτη του ποταμού. Σκάλωσε κι έμεινε εκεί.

Την άλλη γυναίκα την πήρε το ποτάμι, μέχρι τη θάλασσα.

Στην τηλεόραση έγιναν είδηση για μέρες: φίλες από μικρές, μεγάλωσαν μαζί στη γειτονιά της όχθης και «τους έμελλε να βρουν φριχτό θάνατο από την εγκληματική αμέλεια των υπευθύνων». Με συνοδεία μουσικής και με την παραμόρφωση της εικόνας να κρύβει τη δική του παραμόρφωση, το πτώμα της γυναίκας με το θαλασσί μπουφάν έκανε το γύρο των καναλιών. Την προβολή συνόδευε μονότονα η ανακοίνωση των ονομάτων των δύο γυναικών και της ηλικίας τους, καθώς και η επισήμανση ότι «οι έρευνες για την ανεύρεση της δεύτερης γυναίκας απέβησαν άκαρπες».

Τα συνεργεία λήψης μπήκαν στο σπιτάκι με τη μικρή αυλή και την τσιμεντένια ταράτσα και τράβηξαν γκρο πλαν με τα μουσκεμένα απομεινάρια. Εξασφάλισαν και μια φωτογραφία από την εποχή που οι δυο φίλες ήταν κοριτσόπουλα και την πρόβαλλαν επί μέρες.

Έδειξαν, επίσης, τις καταστροφές που είχαν υποστεί τα νοικοκυριά, αλλά και τα δημόσια κτίρια της περιοχής: Δημαρχείο, σχολείο, μαιευτήριο. Πλημμύρες στα υπόγειά τους είχαν καταστρέψει αρχεία και έγγραφα. Η κυβέρνηση υποσχέθηκε τη σύσταση επιτροπής για τη μελέτη και την αποκατάσταση των ζημιών.

Έπειτα υποσχέθηκε αποζημιώσεις.

Έπειτα πέρασαν χρόνια.

Στην αποβάθρα (Από το «Πρωινό Ιντερσίτυ»)

Ο ποιητής έφτασε στο σταθμό νωρίς το πρωί. Αγόρασε εφημερίδες και παράγγειλε καφέ στην καντίνα. Η αποβάθρα ήταν γεμάτη ταξιδιώτες, που πήγαιναν στα χωριά τους για το Πάσχα.

Πολύ γεμάτη. Βάραινε. Από τη μονότονη επιστροφή.

Οργανωμένη με γενεών συνήθειες, η άνοιξη είχε ξεκάθαρο σχήμα. Μέσα του οι άνθρωποι –νυσταγμένα βλέμματα, γεμάτες τσάντες– έψελναν νοερά το τελετουργικό: όχι, ούτε και φέτος θα κάνουμε το μεγάλο βήμα. Ας μυρίζεις, Απρίλη, ας καλείς, η περιπέτεια αναβάλλεται. Για άλλη μια φορά επιστρέφουμε, πειθαρχικοί και φορτωμένοι, σαν τα μυρμήγκια, στα πάτρια.

Η άνοιξη ήταν κόκκινη μεταλλιζέ, στο χρώμα του ιντερσίτυ, κι είχε πεπερασμένο ορίζοντα: από το σταθμό της πόλης ως εκείνο του χωριού.

Για τους περισσότερους. Όχι για τον ποιητή.

Που από καιρό το υποψιαζόταν, μα από τότε που ξαναβρήκε τη Νάντια βεβαιώθηκε πως ούτε επιστροφή πουθενά, μα ούτε και ταξίδι προς το άγνωστο υπάρχει: τα λιγοστά ανοίγματα του σιδερόφραχτου κόσμου κρύβονται μονάχα στο νου του καθενός.

Κι επειδή η συνάντησή του με ένα τέτοιο άνοιγμα ήταν πρόσφατη, ο ποιητής ένιωθε την αποβάθρα ανάλαφρη.

Πήρε τον πρώτο καφέ της ημέρας και κάθισε σε ένα παγκάκι.

Στην αγορά (Από το «Πρωινό Ιντερσίτυ»)

Στην αγορά τροφίμων, ανατολικά από τις γραμμές, είχε φουντώσει το μεγάλο αλισβερίσι. Το χρηματιστήριο πατάτας και μαρουλιού αντηχούσε από φωνές κι ανέδινε οσμές απροσδιόριστες: ήταν η ώρα που οι έμποροι έκαναν χοντρό παιχνίδι.

Στην πίσω αυλή, έξω από τις στεγασμένες εγκαταστάσεις, ο Σοκόλ κουβαλούσε τελάρα. Ο Ντριτάν έσπρωχνε με τα δικά του στον ώμο, ο μικρός αδερφός του το ίδιο. Όλοι υπάκουαν αλαφιασμένοι σε διαταγές και οδηγίες από μεσάζοντες. Που ήταν, στα μάτια του Ντριτάν, και κυρίως του μικρού αδερφού του, γίγαντες. Τους φοβόταν.

Όχι όμως και ο Σοκόλ.

Για όποιον δεν τον ήξερε, το ύφος του Σοκόλ θα μπορούσε να περάσει για αναιδές. Το λιγότερο, για διαρκώς και αταίριαστα ανάλαφρο. Λεπτός και σβέλτος, με μακριά δάχτυλα, γυαλιά που του γλύκαιναν την όψη και γερά αποθέματα χιούμορ, ο Σοκόλ δεν φοβόταν –τους μεσάζοντες ή ο,τιδήποτε άλλο– γιατί ο νους του ήταν μονίμως αλλού. Ήταν, παρά την εντύπωση που ο ίδιος φιλότιμα μοχθούσε να δώσει, πέρα από τον κόσμο που του παρουσίαζαν για αληθινό.

Επειδή όμως αυτό που είχε στο νου του σχετιζόταν κάπως και με το σχολείο, ο Σοκόλ αυτή τη νύχτα θυμήθηκε ότι το σχολείο άνοιξε –τουλάχιστον για τους καθηγητές.

«Ε, Ντριτάν, χρωστάς μάθημα;»

«Όχι, ρε, τι μάθημα; Ο μικρός κάτι έχει μάθημα».

Ο μικρός αδερφός του Ντριτάν βρισκόταν εκείνη τη στιγμή σχεδόν πλακωμένος κάτω από ένα τελάρο.

«Ρε, άνοιξε το σχολείο, μάθημα, μαλάκα», έσπευσε να τον πληροφορήσει ο Ντριτάν, πριν το ξεχάσει κι αυτός μέσα στην αναμπουμπούλα της δουλειάς.

Ο μικρός μουρμούρισε κάτι  και κινήθηκε με δυσκολία για να αδειάσει το τελάρο εκεί όπου τον διέταξαν. Ο Ντριτάν τον κοίταζε, μην ξέροντας αν έπρεπε να επιμείνει. Δεν ήταν σίγουρος ότι ο μικρός τον είχε ακούσει.

Έπειτα στράφηκε προς τον Σοκόλ. Μα απομακρύνθηκε χωρίς να τον ενοχλήσει: ο Σοκόλ είχε κοντοσταθεί μέσα στη φασαρία, κι αν τον πρόσεχε λίγο κανείς, θα τον έβρισκε ανεπιφύλακτα εκείνη τη στιγμή πολύ όμορφο.

Είχε κοντοσταθεί και κοίταζε πέρα από την αυλή και τα φώτα της αγοράς.  Προς ένα σημείο όπου κανείς, όσο προσεκτικά κι αν ακολουθούσε το βλέμμα του, δεν θα διέκρινε τίποτα: ο ορίζοντας κλεινόταν ερμητικά από φορτηγά, τελάρα και γιωταχί. Από παραγωγούς, κουβαλητές και μεσάζοντες.

Ο Σοκόλ έβλεπε με το νου του το τρένο.

Έβλεπε κι άκουγε το εμπορικό που περνούσε κάθε βράδυ με τα βαγόνια του γεμάτα. Ήξερε πως περνούσε τα σύνορα και συνέχιζε για πολλά χιλιόμετρα, διασχίζοντας σκοτεινές εκτάσεις. Και τσαντιζόταν που δεν ήταν μέσα.

Ο Σοκόλ, στα δεκαοχτώ του, τσαντιζόταν συχνά με τον κόσμο που του παρουσίαζαν για αληθινό.

 

(Κυκλοφορεί από την Εστία)

Νάντια (Από το «Πρωινό Ιντερσίτυ»)

Παραλία, στην πόλη του βορρά: οι καφέδες –αυτοί που χτυπιόνταν με το κουταλάκι επί δεκάλεπτο, να γίνουν κρέμα πριν δεχτούν το νερό– μοσχομύριζαν στις σάλες, κάτω από φώτα διαθλασμένα στη βροχή.

Όταν έβρεχε.

Γιατί όταν δεν έβρεχε, καφέδες και πελάτες, με τα κουταλάκια στα χέρια, μεταφέρονταν στο πεζοδρόμιο. Κι όταν ο καιρός γλύκαινε, ο ζεστός καφές έδινε τη θέση του στο φραπέ και τα κουταλάκια στα καλαμάκια.

Που εκείνα τα χρόνια δεν λύγιζαν από τη μια τους άκρη.

Τίποτα δεν λύγιζε εκείνα τα χρόνια. Ούτε η Νάντια, στα είκοσι, όρθια πλάι στη θάλασσα με τον αέρα να θαμπώνει τη μορφή της, να την ενσωματώνει στο φως. Ήταν ένα πλάσμα όλο ίνες, που έφερνε στο νου τραγούδια για ταξίδια κόντρα στον άνεμο.

Εκτός από το νου του ποιητή. Εκεί έφερνε τη γοργόνα. Του παραμυθιού. Με τα ψεύτικα πόδια, που πονούσαν πολύ σε κάθε βήμα. Που τα φόρεσε για να συναντήσει το πριγκιπόπουλο κι έκρυβε το μυστικό της με το γέλιο. Ένα γέλιο ανάλαφρο μέταλλο, τυλιγμένο στην πάχνη του πρωινού ή απόμακρο, απλωμένο ψηλά πάνω από την πόλη και την παραλία.

Όσο για το πριγκιπόπουλο, δεν ήταν βέβαια ο ποιητής –ποτέ δεν γίνεται έτσι. Ήταν ο δραστήριος φοιτητής που σκάρωνε δεκάδες μέτρα πανό και μετρούσε κάλπες με ψήφους. Που πέρασε, στα τέσσερα χρόνια των σπουδών, από όλες τις βαθμίδες της μεγαλύτερης, τότε, νεολαίας. Που ήταν ευφυολόγος κι ευφραδής. Που έφτιαχνε πλάνα και προγράμματα για τον καινούργιο κόσμο. Το πριγκιπόπουλο το έλεγαν Μηλόπουλο και κοιμόταν κάθε βράδυ με τη Νάντια.

Επί τέσσερα χρόνια ο ποιητής –που τότε ακόμα δεν ήταν ποιητής– άκουγε τα λόγια του Μηλόπουλου. Λόγια ανεξάντλητα, διανθισμένα με στίχους, τσιτάτα κι ανέκδοτα. Λόγια που εκτοξεύονταν κυρίως επάνω στη Νάντια, κι ο ποιητής τα έξυνε διαρκώς από την εικόνα της, για να την αφήσει και πάλι καθαρή, την ώρα που εκείνη πήγαινε για ύπνο.

Με τον Μηλόπουλο.

Ώσπου μια νύχτα την είδε να λάμπει παράξενα κι ένιωσε ακόμα μεγαλύτερο πόνο. Γιατί δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί έλαμπε, κι αυτό ήταν πιο οδυνηρό κι από τον Μηλόπουλο.

Το βιβλίο κυκλοφορεί από την Εστία

(Το εικαστικό είναι Enki Bilal)

Ερωτικό ΙΙ (Από το «Πρωινό Ιντερσίτυ»)

Στο κρεβάτι του ξενοδοχείου, κρατώντας την με τον κορμό όρθιο, σαν συνέχεια του –ξαπλωμένου– δικού του, ο ποιητής ένιωσε  πως, ενώ η λάμψη της δεν ήταν, πια, μυστήριο, η ομορφιά παρέμενε ανεξήγητη.

Όπως και η δική του εμμονή να την εξηγήσει.

Την τράβηξε επάνω του και την κράτησε σφιχτά. «Δεν ξέρω γιατί το κάνω αυτό», ψιθύρισε. «Συνέχεια…δεν ξέρω».

Του χάιδεψε το πρόσωπο. Δεν ήταν ποιήτρια, καταλάβαινε όμως.

Και συμφωνούσε με τον Άγγελο. Που της είχε πει ότι, ενώ τα ίδια τα ποιήματα δεν του άρεσαν, και μάλλον τα βαριόταν, οι ποιητές, αντίθετα, του άρεσαν πολύ.

Επειδή, διαρκώς κι επίμονα, πάσχιζαν να κοινοποιήσουν τα βαθιά. Τα κρυμμένα. Κρατώντας έτσι, για χάρη όλων, πεισματικά ανοιχτό το πέρασμα «από το σκοτάδι στο φως».

 

Έτσι είπε η Νάντια ότι είπε ο Άγγελος. Μα ο ποιητής ένιωσε πως του έλεγε «σε καταλαβαίνω. Θα σε συγχωρήσω αν φύγεις».

Δεν ήξερε αν θα έφευγε. Η τρυφερότητά του ήταν απέραντη, η χαρά της συνύπαρξης, μετά από τόσα χρόνια, επίσης. Κι όμως, δεν ήξερε αν θα έφευγε.

Την έσφιξε ξανά κι άρχισε να τη χαϊδεύει. Τα γύψινα του ταβανιού σχημάτιζαν γύρω της φωτοστέφανα.

Τη στήριξε, πάλι, με τον κορμό της όρθιο, απαλά. Καθώς, στο σκίρτημά της, τα μάτια του έκλεισαν, τα  φωτοστέφανα έγιναν λέξεις.

Ο πίνακας είναι Ρόυ Λιχτενστάιν