Κατηγορία: Οι εθελοντές

Οι εθελοντές σε epub

καλο εξωφυλλο

Οι εθελοντές κυκλοφόρησαν το 2003 από τα Ελληνικά Γράμματα. Μπορείτε τώρα να τους κατεβάσετε δωρεάν σε αρχείο epub (και σε νέα επιμέλεια) από τον παρακάτω σύνδεσμο:

https://www.smashwords.com/books/view/5769

ή κλικάροντας στη φωτό αφού ανοίξετε το Μενού επάνω δεξιά στο μπλογκ

 

Μαρία (Από τους «Εθελοντές»)

Στην Πατησίων λιγοστοί οι διαβάτες και μια μυρωδιά καμένου πλανιόταν στην ατμόσφαιρα. Τα Goody’s ωστόσο ήταν ακόμα ανοιχτά.

«Είσαι για ένα χάμπουργκερ»; της πρότεινε.

Κάθισαν δίπλα στην τζαμαρία, σ’ ένα τραπέζι για δύο. Ο Χάρης πήρε τα χάμπουργκερ κι άρχισαν να τρώνε. Είπαν ένα δυο λόγια χωρίς σημασία, χαζεύοντας το αντιαμερικανικό πανό απέναντι, στα κάγκελα του Πολυτεχνείου. Έπειτα κάτι κρύο πέρασε από το στήθος του Χάρη: μια τρομακτική βεβαιότητα πως από αυτή τη νύχτα θα έμπαινε σ’ έναν κόσμο που θα τον σημάδευε για πάντα.

Στην πλατεία Βικτωρίας οι καφετέριες είχαν πια κλείσει και μόνο ένα μαγαζί με παγωτά και σάντουιτς διανυκτέρευε. Κάποιες σιλουέτες ωστόσο διακρίνονταν εδώ κι εκεί καθισμένες στα παγκάκια.

Έξω από την πολυκατοικία της, η Μαρία έλεγξε την αλυσίδα σ’ ένα ασημί βεσπάκι, δεμένο σ’ ένα δέντρο στο πεζοδρόμιο.

«Το άλογό μου», είπε στον Χάρη.

Ξανά το συναίσθημά του ότι σε λίγο θα έμπαινε σε ένα σύμπαν απειλητικό. Προς στιγμή είπε στον εαυτό του: Δεν είναι αργά, βάλ’ το στα πόδια. 

Μα η Μαρία είχε ήδη βγάλει τα κλειδιά από την τσέπη του μπουφάν της. Καθώς έγειρε ελαφρά το κεφάλι της, το φως της εισόδου φώτισε το μικρό σκουλαρίκι στην άκρη της μύτης της: μια τελίτσα που τόνιζε την αποφασιστικότητα στο λευκό της πρόσωπο.

«Εδώ μένω», είπε ξεκλειδώνοντας την εξώπορτα. «Έσύ;»

«Στα Εξάρχεια».

«Μόνος σου;»

Με τη μητέρα μου».

«Εγώ έχω φύγει». Και στη συνέχεια: «Θα ανέβεις για λίγο;»

Οι εθελοντές κυκλοφόρησαν το 2003 από τα Ελληνικά Γράμματα.

Η τοιχογραφία είναι βέβαια Αλέξανδρος (με Πάρη Κούτσικο στο lettering)

Μαρία (Από τους «Εθελοντές»)

Δεν χρειάστηκε παρά λίγες μόνο μέρες για να βεβαιωθεί ότι η Μαρία θα συνέχιζε να αποτελεί γι’ αυτόν αίνιγμα. Ούτε η γλώσσα τον βοηθούσε να την καταλάβει: σπάνια τα λόγια της εξέφραζαν πλήρως τη σκέψη της.

Ακόμα και το σώμα της, οι πιο απλές κινήσεις της, ήταν συχνά αναπάντεχα ξένα. Εκεί που έμοιαζε εύθραυστη, έτοιμη να σπάσει, να χαθεί, ξαφνικά μάζευε δύναμη κι ενέργεια τόση, ώστε ο Χάρης νόμιζε πως θα έδινε μια με το χέρι της και θα έσπαγε το γραφείο και τα καβαλέτα της, ή θα εκτινασσόταν και θα περνούσε μέσα από τον τοίχο.

Η πιο απρόσμενη αποκάλυψη ωστόσο, που του προξενούσε τη μεγαλύτερη αμηχανία, ήταν η στάση της μπροστά στα πρακτικά προβλήματα της ζωής.

Η νεράιδα του επιδιδόταν σε συνεχή αγώνα να είναι μεθοδική κι οργανωμένη: μουντζούρωνε διαρκώς σημειώσεις στην ατζέντα της, έστηνε πλάνα για την καριέρα της κι έκανε δημόσιες σχέσεις. Όλο βρισκόταν σε αναπάντεχα ραντεβού, διασχίζοντας την πόλη με το ασημί βεσπάκι της προς όλες τις κατευθύνσεις, και ακυρώνοντας την τελευταία στιγμή τις συναντήσεις με τον Χάρη. Όταν τελικά συναντιόνταν, μιλούσε ακατάπαυστα για καινούργιες προοπτικές.

Για τη δουλειά της.

Για τους εθελοντές.

Για διάφορες, από δω κι από κει, γνωριμίες.

Μια φορά πήγε στο γραφείο της να τη βρει. Μια φορά μόνο: κι εκεί ακόμα, η Μαρία ερχόταν κι έφευγε, ενσωματωμένη στο ρυθμό της πόλης, που τη ρουφούσε στο λεπτό. Ο Χάρης στάθηκε στην είσοδο του κτιρίου που στέγαζε το γραφείο και την κοίταζε, καθώς απομακρυνόταν με το βεσπάκι της: μια φευγαλέα λάμψη στην κίνηση του πρωινού, ανάμεσα στους αργοκίνητους όγκους των τρόλεϊ.

Όχι ότι δεν ζητούσε τη γνώμη του για όσα την απασχολούσαν. Αλλά δεν φαινόταν να την υπολογίζει.

Συνήθως φλυαρούσε αφηρημένα, μόλις τον συναντούσε στην είσοδο της πολυκατοικίας. (Αρνιόταν επίμονα να του δώσει κλειδιά). Ή την ώρα που παρκάριζε το βεσπάκι, και σχεδόν κουλουριαζόταν δίπλα στη ρόδα για να δέσει την αλυσίδα στο δέντρο.

Ή μέσα στο σπίτι, την ώρα που έβγαζε βιαστικά τα ρούχα της. Ή που έμπαινε στο μπάνιο κι άνοιγε το ντους.

Και το χειρότερο ήταν ότι άλλαζε σχέδια κάθε τόσο. Απέρριπτε τα προηγούμενά της -που ο Χάρης μόλις είχε καταφέρει να ενστερνιστεί- και υιοθετούσε καινούργια. Κι ο Χάρης έπρεπε να την ακολουθήσει από την αρχή.

Σύντομα έπαψε να την ακούει: έβαζε μουσική -είχε φέρει από το σπίτι του τα αγαπημένα του σιντί- κι έφτιαχνε υπόκρουση της αρεσκείας του για το λαχανιασμένο χορό της: όταν, μετά το ντους, φώτα αναβόσβηναν πάνω από τελάρα, σκίτσα έμεναν μισοτελειωμένα κι εκρήξεις της καλλιτεχνικής της φύσης τον αποσβόλωναν.

«Οι εθελοντές»  κυκλοφορούν από τα «Ελληνικά Γράμματα»

Ομόνοια-Εξάρχεια (από τους «Εθελοντές»)

Τα φαστφουντάδικα της πλατείας, οι φούρνοι με το φρέσκο ψωμί και τα περίπτερα τα σκεπασμένα από πάνω μέχρι κάτω με το διεθνή Τύπο βρίσκονταν στο φόρτε τους. Μουσικές αντηχούσαν από ηχοσυστήματα αυτοκινήτων, σταθμευμένων πρόχειρα για έναν καφέ των οδηγών σε πλαστικό κυπελλάκι. Τα ταξί έρχονταν κι έφευγαν σαν ένα κίτρινο λούνα παρκ, σε μια αδιάκοπη κυκλική κίνηση, κι ανάμεσα στις συντροφιές άντρες μόνοι στέκονταν με την πλάτη στον τοίχο πλάι σε κάδους απορριμμάτων, όπου σε λίγο θα πετούσαν φρόνιμα το χαρτί από το σάντουιτς που έτρωγαν.

Στην αρχή της οδού Αθηνάς κάποιος ήταν ξαπλωμένος μέσα σε ένα χαρτόκουτο. Δίπλα του ένα σκυλί ανασήκωνε το κεφάλι προς τους ανθρώπους. Πρεζάκια κινούνταν σαν να μην πατούσαν στη γη, μιλούσαν μόνο μεταξύ τους και τα μάτια τους έβλεπαν μονάχα τους ομοίους τους. Τέλος μετανάστες χάζευαν όλο αυτό τον κόσμο, καθισμένοι παρέες παρέες στα πεζούλια γύρω από τα παρτέρια. Κι αν στο κέντρο της πλατείας η προοπτική του χώρου ήταν χαμένη λόγω των έργων του μετρό, η προοπτική του χρόνου ήταν ακόμα παρούσα: πίσω από τις φωτεινές ταμπέλες του ΝΕΟΝ, του Έβερεστ και των άλλων αλυσίδων κοιμούνταν τα μέγαρα με τα σκαλιστά κουφώματα και τα κάγκελα – κομψοτεχνήματα στα μπαλκόνια.

Ψηλά, γύρω από το σκοτάδι, σε κυκλικό σχηματισμό οι επιγραφές: Athens Acropol Grecotel, Omonia Grand Hotel, Hotel la Mirage, Hondos Center. Το κορίτσι της γιγαντοαφίσας που σκέπαζε και τους δέκα ορόφους του πολυκαταστήματος χαμογελούσε στον Χάρη. Κοίταξε μπροστά του: είχε φτάσει στο κιόσκι με τις εφημερίδες και τα περιοδικά. Όχι σε ένα οποιοδήποτε αλλά στο αγαπημένο του, αυτό μεταξύ Σταδίου και Αθηνάς, δίπλα στο σαντουιτσάδικο της επώνυμης αλυσίδας όπου υπάλληλοι με κόκκινες στολές σερβίριζαν με ταχύτητα σάντουιτς, πίτες, κομμάτια φρέσκιας τούρτας και παγωτά σε όλες τις γεύσεις. Από εδώ ξεκινούσε συνήθως την τελετουργία του.

Στάθηκε μπροστά στη βιτρίνα με τα παγωτά. Μια νεαρή υπάλληλος, μάλλον καινούργια γιατί δεν την είχε ξαναδεί, φορώντας την κόκκινη στολή της σερβίριζε επιδέξια και χαμογελαστή τους πελάτες. Όσο περίμενε τη σειρά του ο Χάρης την κοίταζε και σκεφτόταν πως αν και συνομήλική του ανήκε σε έναν κόσμο διαφορετικό: τον κόσμο των σκληρά εργαζόμενων. Και πως μάλλον δεν θα σκεφτόταν παρά τα παγωτά της και κανένα τραγουδιστή γλυκανάλατο. «Κρέμα σοκολάτα, κυπελλάκι», της είπε. «Με τρούφα και σιρόπι βύσσινο».

Το κορίτσι ακούμπησε απαλά μια χαρτοπετσέτα κάτω από το κυπελλάκι και του το πρόσφερε. Ο Χάρης το πήρε μαζί με το πλαστικό κουταλάκι, πλήρωσε και ξαναβγήκε στην πλατεία. Άρχισε να γλείφει το κουταλάκι με το παγωτό, πλησιάζοντας ταυτόχρονα τον πάγκο με τα έντυπα, που ήταν αραδιασμένα κατά κατηγορία: τα κόμικς, τα πορνό, τα οικολογικά. Τα γυναικεία, τα ανδρικά, τα πολεμικά. Του παιδιού, του σπιτιού, των σπορ. Των άστρων και των κάστρων.

Στη μέση του πάγκου στοιβάζονταν οι ογκώδεις λόγω των ένθετων κυριακάτικες. Ο Χάρης αγόρασε δύο, εξασφαλίζοντας πρώτα αυτή που ήξερε ότι θα είχε την αφίσα των εθελοντών. Πρόσθεσε την τελευταία στιγμή κι ένα περιοδικό με ντράιβ τεστ αυτοκινήτων, τα χώρεσε όλα στη σακούλα που του έδωσε ο εφημεριδοπώλης και πήρε, περασμένες τρείς, το δρόμο για το σπίτι του.

Αντίθετα με τη Στουρνάρη, η Θεμιστοκλέους ήταν σκοτεινή και άδεια, μόνο διμοιρίες γάτων γλιστρούσαν αθόρυβα γύρω από κάδους σκουπιδιών. Πίσω στην πλατεία Εξαρχείων ωστόσο το Μαύρο Πρόβατο κι ο Κάβουρας  είχαν ακόμα φως και πελάτες. Μα οι παρέες με τις Amstel στα χέρια είχαν εξαφανιστεί, τα πάνινα καθίσματα είχαν διπλωθεί σε στοίβες έξω από τις καφετέριες και τα μπαρ στους παράδρομους, καθώς ο Χάρης ανηφόριζε προς την Καλλιδρομίου, είχαν αρχίσει να κλείνουν. Μια κοπέλα έβγαινε εκείνη την ώρα από την πόρτα ενός νεοκλασικού με φωτεινή ταμπέλα στην είσοδο, κουβαλώντας δυο μαύρες σακούλες σκουπιδιών πιο μεγάλες από το μπόι της. Κι ο Λυκαβηττός έλαμπε κατάφωτος από τους προβολείς του, καθώς ο Χάρης έβαζε το κλειδί στην εξώπορτα της πολυκατοικίας του.

Οι Εθελοντές κυκλοφορούν από τα  Ελληνικά Γράμματα. Μπορείτε να διαβάσετε πρόλογο και πρώτο κεφάλαιο εδώ.

Βικτώρια (από τους «Εθελοντές»)

Στην πλατεία Βικτωρίας μόλις είχαν ανάψει τα φώτα. Τα παγκάκια, μισοκρυμμένα απ’ τις μουριές, όσο προχωρούσε το σούρουπο μάζευαν παρέες παρέες τους μετανάστες. Απέναντι, στο σαντουιτσάδικο της επώνυμης αλυσίδας, αυτό με τις μπάρες τις βιδωμένες στο πεζοδρόμιο, κάποιοι πελάτες διάλεγαν παγωτό.

Η Μαρία στάθηκε όρθια μπροστά στη μπαλκονόπορτα. Ο Χάρης περίμενε τη συνέχεια, έχοντας καταλάβει ότι η κουβέντα τους θα ήταν αδιέξοδη. Μα η Μαρία φαινόταν να το έχει καταλάβει κι αυτή: κοίταζε έξω και το πρόσωπό της είχε μια έκφραση νοσταλγίας.

«Την αγαπάω αυτή την πλατεία», μονολόγησε.

Ο Χάρης δεν ρώτησε γιατί, κοίταζε κι αυτός απέναντι τους καταναλωτές παγωτού…

΄

Η φωτό επάνω είναι από τη «Βίλα Αμαλία«.

Οι εθελοντές σε PDF

…δηλαδή ο πρόλογος και το πρώτο κεφάλαιο.  Μπορείτε να τα διαβάσετε εδώ.

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τα Ελληνικά Γράμματα .

ωωωωωωω

Τα μέλη της μη κυβερνητικής οργάνωσης Πολίτες του Πλανήτη ετοιμάζονται για το Πανευρωπαϊκό τους Συνέδριο σε ένα νησί του Αιγαίου. Όμως, λίγους μήνες πριν από το συνέδριο, μια νεαρή φώκια, αγαπημένη και προστατευόμενη μιας φιλικής τους οργάνωσης οικολόγων, βρίσκεται νεκρή, μαχαιρωμένη, σε μια έρημη παραλία του νησιού…

ωωωωιιιιι

Το κάστρο, που τα σπίτια του ακόμα κατοικούνταν, αν και πολλά κατώγια είχαν παραλλαχθεί σε καταστήματα ή μπαράκια, κρατούσε ανέπαφη την ψυχή των πειρατών στα δαιδαλώδη του περάσματα. Τα βλέμματα των ντόπιων ήταν αλλιώτικα από των επισκεπτών. Σαν να έρχονταν από άλλους καιρούς, κουβαλώντας ανώφελα μια σοφία που κανείς, ούτε οι ίδιοι, δεν ήξερε πια τι να την κάνει. Ακόμα και οι γάτες σαν να φύλαγαν στα κύτταρά τους μυστικά αιώνων (της πέτρας, των βοτάνων, του σεληνόφωτος) και να τα σεργιάνιζαν, χωρίς κανείς να το αντιλαμβάνεται, στο σκιερό βασίλειό τους.

Ιάσονας και Θαλάσσιο Πάρκο, οικολόγοι και Πολίτες του Πλανήτη, αφίσες κι ευρωπαϊκά πακέτα. Όλα αυτά πώς αλήθεια συνυπήρχαν μ’ αυτόν τον κόσμο της σκιάς μέσα στο καταμεσήμερο; της γλυκιάς, αποχαυνωτικής σιωπής;

(Από το κεφάλαιο «Οι σύνεδροι» )

ωωωωαιιι

Τις φωτογραφίες υπογράφει ο Πάνος Λύρης

(www.panoslyris.com )

Eπίσης κι εδώ

Ιάσονας (από τους «Εθελοντές»)

akth1 

Ο Ιάσονας μόλις που πρόλαβε να αντιληφθεί ότι αυτό που γυάλιζε στο φεγγαρόφωτο, στην άκρη του υψωμένου χεριού, δεν ήταν ψάρι. Mε μια απότομη κίνηση το μαχαίρι βρήκε την καρωτίδα. Ο Ιάσονας σωριάστηκε άψυχος ανάμεσα στα βράχια, κοντά στο σημείο όπου έσκαγε η θάλασσα.

Λίγο μετά το ξημέρωμα, το νησί δεν είχε ακόμα αναδυθεί από την πρωινή του πάχνη. Στην άκρη της μικρής παραλίας, γονατιστός και ντυμένος τη μαύρη εφαρμοστή στολή του δύτη, ο Άλεξ κοίταζε το κουφάρι μπροστά του. Το αίμα είχε τρέξει στην άμμο, κι όπως ο Ιάσονας είχε κουλουριαστεί ελαφρά έμοιαζε πιο μικρόσωμος από ό,τι ήταν στην πραγματικότητα. Ο Άλεξ τον χάιδεψε. Ήταν περήφανο ζώο ο Ιάσονας, σαν όλους του είδους του: μια φώκια-καλόγερος, μια μεσογειακή monachus.

Το μαχαίρι στο χέρι του Άλεξ ήταν λαμπερό, πλυμένο από το νερό.

Και κοφτερό, δεν υπήρχε αμφιβολία.

Και αναγνωρίσιμο. Ούτε γι’ αυτό υπήρχε αμφιβολία.

Αρκετή ώρα μετά σηκώθηκε και σκαρφάλωσε αποφασιστικά στο βράχο πάνω από τη σπηλιά του Ιάσονα. Στάθηκε όρθιος, σήκωσε το χέρι του και το τίναξε με δύναμη, πετώντας το μαχαίρι μακριά. Στη στιγμή το κατάπιε η θάλασσα, που με το κύμα της θα το παράσερνε μακριά από την ακτή.

 

(Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα )