Κατηγορία: Μαχαίρι στην μπότα

Αντιζηλίες…(Από το «Μαχαίρι στην μπότα»)

Στην τάξη οι μαθητές έχουν κι αντιζηλίες. Πρώτο μισό της δεκαετίας του ’80, και τα παιδιά είναι πολιτικοποιημένα μ’ έναν ποδοσφαιρικό τρόπο, που δεν έχει ακόμα αναπτυχθεί πλήρως. Αντίπαλοι είναι οι κνίτες και οι ανάρχες. Ακήρυχτος πόλεμος ανάμεσά τους. Τσούρμα αληταράδες και πανέμορφες ελεύθερες ψυχές ανάκατα και στις δύο ομάδες, όπως ήταν πάντα, στην ενότητα του γενικευμένου διαχωρισμού.* Όλη η οργανωμένη ιδεολογία είναι ένας λάθος διαχωρισμός, με σκοπό να κρύψει τον αληθινό. Το θέαμα ξεκινάει κάθε χρόνο στην πορεία του Πολυτεχνείου και συνεχίζεται στο χώρο του ψεύτικου, στείρου κύκλου μας, ένα σιδερένιο πουλί δαγκώνει τις καρδούλες των παιδιών κι ανάμεσα στις αγκαλιές τους, συνήθως άδειες, γλιστράει και φεύγει, καθώς τα χρόνια περνούν. Περνούν τα χρόνια σ’ ένα παιχνίδι μέσα στο χιόνι, οι κνίτες να βοηθάνε τους μπάτσους να δείρουν έναν αναρχικό, ο Αντρέας με σκισμένα χείλια στο σχολείο και το παράπονο στη δήθεν σκληρή φωνή του, αυτοί κάνουν αυτό, γιατί τους πάτε, κυρία, το «πάτε» σαν υποκοριστικό του «αγαπάτε», τέτοιες λέξεις δεν λέγονται. Και οι ανάρχες, για να εκδικηθούν, γίνονται χαφιέδες του διευθυντή και των κολλητών του, χαφιεδίζουν κυρίως τους κνίτες και όσους τους συμπαθούν, και η κνίτισσα μαθήτριά μου, με το πιο ντόμπρο βλέμμα που είδα ποτέ σε παιδί, όλο παράπονο μεταμφιεσμένο σε περηφάνια, αυτοί κάνουν αυτό, γιατί τους (αγα)πάτε, κυρία; Η κυρία αγαπάει όλα τα όμορφα παιδιά, η κυρία σαφώς δεν ξέρει τι της γίνεται, όπως και οι άλλες κυρίες εξάλλου.

*Από την Κοινωνία του θεάματος, του Γκυ Ντεμπόρ

Λεωφόρος Ιωνίας (Από το «Μαχαίρι στην μπότα»)

Στη λεωφόρο Ιωνίας ήταν διάχυτη η γοητεία του τρένου. Ο ηλεκτρικός πέρναγε από Πατήσια, Άγιο Νικόλαο κι έφτανε Αττική, στην επιφάνεια της γης, ενώ κατά διαστήματα γέφυρες ένωναν τις δύο όχθες. Η άλλη όχθη ήταν η μαγική, αυτή που πήγαινε κάτω, προς έναν άγνωστο κόσμο με χιλιάδες προοπτικές. Διασχίζαμε τη γέφυρα μιλώντας και γελώντας και κάναμε κύκλο για να ξανανέβουμε από την άλλη.  Αν είχαμε σχολάσει στο πεντάωρο, ο χρόνος κλεβόταν απ’ το σπίτι για να δοθεί στη βόλτα του σούρουπου.

Το σούρουπο στη λεωφόρο Ιωνίας άνοιγε αργά και μας χώνευε τρυφερά στους κόλπους του. Τα χαμηλά σπιτάκια στις παλιές γειτονιές ξεδίπλωναν ήχους, αρώματα και χρώματα ρόδινα ή βιολετιά, ανάμεσα σε σκιές από πόρτες, αυλότοιχους και δέντρα του δρόμου ή των κήπων. Οι μουριές ήταν τον περισσότερο καιρό φουντωμένες, η αγκαλιά τους έσκυβε από πάνω μας, μα εμείς, παιδιά της πόλης, δεν είχαμε μάθει να τη χαιρόμαστε. Οι αμυγδαλιές και οι κερασιές μάς ήταν πιο γνωστές, από τα χρώματα που χάιδευαν νωρίς την άνοιξη τα βλέμματά μας. Αλλά πιο πολύ, παιδιά των αστικών σπιτιών και της κλειστής αυλής, αγαπούσαμε  ό,τι γνωρίζαμε: το γιασεμί και τις γαρδένιες, τα γεράνια και τα τριαντάφυλλα, τα γαρίφαλα και τους βασιλικούς. Συχνά, περνώντας από κάποιες γνωστές μας αυλές, απλώναμε το χέρι να κόψουμε, ο Διονύσης να προσφέρει μια γαρδένια στη Χριστίνα. Πηγαίναμε σε τακτικό σχηματισμό: η Ηρώ κι εγώ μπροστά, πίσω το ζευγάρι, στη άκρη, μόνη κι απόμακρη, η Σόφη. Ποτέ δεν έκοβε λουλούδια. Η μανία της εκείνη τη χρονιά ήταν να ψάχνει για αδέσποτα γατάκια, που τα κουβάλαγε στο σπίτι της, τα περιέθαλπε κι ύστερα γύρευε τη ζωόφιλη συμμαθήτρια που θα τα υιοθετούσε -όχι πάντα μ’ επιτυχία, κι ο αριθμός των γατιών στο σπίτι της είχε αυξηθεί παρανοϊκά.

Στα στενά απ’ όπου κάναμε τους κύκλους για να ξαναβγούμε στη λεωφόρο του τρένου, γυναίκες κάθονταν στις πόρτες, και μερικές μας καλησπέριζαν ζεστά -«Γεια σας κορίτσια, καλώς τα παιδιά»- χωρίς να μας γνωρίζουν, σαν κάποιο παλιό τους καημό ν’ αναδεύαμε στις καρδιές τους με το πέρασμά μας. Όταν ο καιρός ήταν γλυκός, μικρές ομάδες παιδιών έπαιζαν στους δρόμους εδώ κι εκεί, σαν κινούμενα μπουκετάκια ή σαν αυτοσχέδια, φάλτσα χορικά, ενώ μόνιμη ήταν η παρουσία ανθρώπων που σιγοκουβέντιαζαν στα ψιλικατζίδικα και τις μικρές ταβέρνες. Σε μια τέτοια ταβερνούλα -δυο άντρες μπροστά στο ξύλινο τραπέζι, πάνω του ένα μπακιρένιο κρασοπότηρο, στο άνοιγμα της πόρτας δεν ήξερα αν έβλεπα τη βαθιά τους μοναξιά ή τη βαθιά τους αγάπη- πρωτάκουσα Στου Μπελαμή το ουζερί. Εμείς στην παρέα τότε δεν ακούγαμε ελληνικά, δεν ξέρω πώς μου καρφώθηκε η εικόνα με τη μουσική της μαζί, κι έτρεξα την άλλη μέρα να πάρω το δίσκο.

Το Μαχαίρι στην μπότα κυκλοφόρησε το 1997 από τον Οδυσσέα. Δεν θα επαναδημοσιευθεί ολόκληρο, ηλεκτρονικά ή έντυπα, γι΄αυτό απολαύστε τα αποσπάσματα!

Άγιος Παντελεήμονας (Από το «Μαχαίρι στην μπότα»)

«Μια φορά θυμάμαι ήταν Πάσχα στην πλατεία, στον Άγιο Παντελεήμονα. Ο Επιτάφιος του Αγίου Παντελεήμονα ήταν λαμπρός, και είναι ακόμα. Η Χριστίνα και η Ηρώ πήγαιναν στο κατηχητικό λίγες βδομάδες πριν, για να έχουν το προνόμιο της συμμετοχής στην Περιφορά, με μπλε φούστα και άσπρη μπλούζα, όπως στις γιορτές του σχολείου. Όλη η τεράστια πλατεία ένα γύρω, με τα ζαχαροπλαστεία της, γεμάτα κόσμο με τα καλά του, τα ανθισμένα παρτέρια, τις αλάνες με τα μικρά παιδάκια σαν μπομπονιέρες που τρέχουν πάνω κάτω, με τα φώτα της, τους πολύχρωμους πάγκους των μικροπωλητών με τα παιχνίδια, τις λαμπάδες και το μαλλί της γριάς, όλη η πλατεία μύριζε γιορτή. Κεριά και λουλούδια στροβίλιζαν χορευτικά τα κάπως βαριά, γλυκά τους αρώματα στον απαλό αέρα της ανοιξιάτικης βραδιάς, ενώ πέρα, σε κάποια απόσταση που δεν καταφέρναμε να προσδιορίσουμε, ακούγονταν οι πρόβες από τα όργανα που θα συνόδευαν την πομπή. Πολλά αγόρια ήταν ντυμένα πρόσκοποι κι έκαναν βόλτες στην πλατεία όλο καμάρι, ώσπου να αρχίσει η Περιφορά. Η εκκλησία άστραφτε σαν παλάτι, έτσι μας φαινόταν, οι ψαλμωδίες ακούγονταν σαν ύμνος από έναν άλλο ουρανό. Ήταν πιο ωραία όταν τις άκουγες απ΄έξω, ανάμεσα απ’ τις φυλλωσιές των δέντρων που ρίχνανε τις σκιές τους, ζωντανές και γεμάτες ψιθύρους και χάδια, στα πολύχρωμα φαναράκια».

Μπορείτε να διαβάσετε το οπισθόφυλλο του βιβλίου εδώ 

και το πρώτο κεφάλαιο ΕΔΩ

Αθώα διαφθορά (Από το «Μαχαίρι στην μπότα»)

…Στην εποχή μας οι μάζες νιώθουν ότι ανεβαίνουν εύκολα, χωρίς να έχει αντίκρισμα σε ανθρωπιά αυτή η κάλπικη επιταγή. Όταν το κατορθώνουν λοιπόν νομίζουν ότι έχουν κάνει κάτι πολύ σπουδαίο. Αν μάλιστα είναι και φτωχοί στο ξεκίνημά τους, ή μέτριοι στο μυαλό και βασανίζονται για να πάρουν ένα πτυχίο, ή εργαζόμενοι φοιτητές, αντί να αποχτήσουν συνείδηση της αξίας των αγώνων τους, αποχτούν ψευδή συνείδηση της αξίας του εαυτού τους. Είναι οι μοναχικοί ήρωες μπροστά στον καθρέφτη. Καμιά ευθύνη, καμιά ελευθερία, καμιά αίσθηση του άλλου. Στο μοναχικό αγώνα έξω από την κοινότητα η αίσθηση του άλλου έχει χαθεί. Θάβουν τα συμπλέγματα και τις ενοχές τους και δεν παραδέχονται την πιο απλή αλήθεια: Ότι στην ίδια θέση με αυτούς βρίσκονται χιλιάδες άλλοι, ότι χρειάζεται εντιμότητα για να συνυπάρξεις κι ότι η εντιμότητα καλλιεργείται στα μικρά και καθημερινά, στο σπίτι, στο ζευγάρι, στις σχέσεις με τα παιδιά, τους φίλους, το συνάδερφο.

Στα χρόνια της παρακμής όλοι αυτοί έγιναν οι μεγάλοι καταναλωτές, η κινητήρια δύναμη της παραοικονομίας μας. Ντύθηκαν με τα προϊόντα της τηλεόρασης, αυτοκίνητα, τριώροφες μεζονέτες, ρούχα και φερσίματα των σταρ, κι έγιναν αστείες μαριονέτες, που επιβάλλουν την ασυνείδητη, αθώα διαφθορά τους παντού, με σοβαρότητα, αυτοπεποίθηση και αφέλεια που σκοτώνει, πολλές φορές κυριολεκτικά: οδηγούν άσχετα, μπαζώνουν τα ρέματα μιας πόλης ξένης, καίνε τα δάση μιας επαρχίας ξένης. Ερωτεύονται και κάνουν παιδιά στην τύχη, ψηφίζουν, ζουν και πεθαίνουν στην τύχη. Οι μεγάλοι, η εξουσία, θα έτριβαν τα χέρια τους στην αρχή, αλλά μετά θα ψιλοφοβήθηκαν: αυτά τα απρόβλεπτα πλάσματα μπορεί να γίνονταν μπούμερανγκ, να μας κατέστρεφαν όλους.

Το Μαχαίρι στην μπότα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Οδυσσέας το 1997. Ως τρόπος γραφής δεν με αντιπροσωπεύει πια, αλλά ως περιεχόμενο ..δυστυχώς αποδεικνύει μαζί με τα αδερφάκια του (τα άλλα μου βιβλία) γιατί δεν μπορώ να …»πετύχω»  ως συγγραφέας: είμαι μπροστά από την εποχή μου, γαμώτο!!

υ.γ.: Κανείς δεν είναι μπροστά από την εποχή του -γιατί πώς τα σκέφτεται αυτά; Η εποχή τού τα δίνει. Απλώς, οι άλλοι μένουν πίσω!

υγ2: Χιούμορ κάνω εννοείται!

Η φωτό από παλιότερη installation του Αλέξανδρου Βασμουλάκη

Η μοναξιά της Ουλούλ (από το «Μαχαίρι στην μπότα»)

lulu6

Ουλούλ είναι το Λουλού ανάποδα.  Μικρή μου την αγόραζε κάθε βδομάδα ο πατέρας –Αφροδιτάκι, τρέχα, η καινούργια Λουλού. Λεμονάδες από παγοκρύσταλλα κρεμασμένα στη στέγη έπαιζαν μια μελωδία σαν κινέζικα καμπανάκια, και οι νύχτες του Χάλοουην λαμπύριζαν από τις φωτισμένες κολοκύθες και αντηχούσαν από τους χορούς των μαγισσών.  Όλα είχαν τη μόνιμη μελαγχολία του άφατου, που μέσα της άρχιζε και τέλειωνε ο κόσμος των παιδιών.

Σ΄ένα χριστουγεννιάτικο τεύχος η Λουλού λέει μια ιστορία στον Άλβιν. Η Ουλούλ είναι μια μικρή Εσκιμώα, που ζει μόνη της στο Βόρειο Πόλο. Ανεβαίνει στη στέγη του ιγκλού της και κοιτάζει από μακριά το αγόρι που μένει πέρα, στο άλλο ιγκλού, και δεν την αγαπά ούτε την υπολογίζει. Την εκτίμησε μόνο λιγάκι, όταν εκείνη έδειξε, στα ψέματα, ότι είναι κατώτερη απ’ αυτόν. Η αγάπη είναι ακόμα ή εξουσία ή υποταγή, κι όσο είμαστε σ’ αυτό τον παρονομαστή τίποτα δεν γίνεται.  Η εξουσία παίρνει βέβαια κατά καιρούς διάφορες μορφές, αλλά στα χρόνια μας μεταλλάσσεται σ΄ένα ύπουλο θέαμα, όπου τα γεγονότα της ζωής μας είναι εικονικά, όπως και τα συναισθήματα, κι έχουμε μετακινηθεί σ΄ένα επίπεδο λόγου αφασιακού. Η Ουλούλ κοιτάζει από το ιγκλού της το χιόνι. Όλη η ζωή μας έγινε μια πολιτεία βυθισμένη στο άσπρο χιόνι.

lulu3

Στη φωτογραφία κάτω: η σπουδαία (και άγνωστη σε μας) κυρία Marjorie Henderson Buell (1904-1993), η Marge, όπως υπέγραφε, a pioneering female cartoonist σύμφωνα με το βιογραφικό της. Όπως καταλάβατε, η δημιουργός του κόσμου της Μικρής Λουλούς.

lulumar

Το ταξίδι της Σόφης (από το «Μαχαίρι στην μπότα»)

Manon%20Lescaut%20b

«Ώστε λοιπόν δεν έχεις κλείσει το δέκατο έκτο;»

Ο τύπος που μου κάνει αυτή την ερώτηση κάθεται απέναντί μου και είναι κουρεμένος στρατιωτικά. Γύρω στα είκοσι πέντε, ψηλός, ούτε ωραίος ούτε άσχημος. Μια λύση για τη βραδιά, όχι ιδιαίτερα αποκρουστική.

Είναι Σεπτέμβρης γλυκός, περασμένα μεσάνυχτα. Ντίσκο σε ταράτσα στο κέντρο της Πλάκας. Τα πολύχρωμα φώτα στα στενά ένα γύρο κάνουν τη νύχτα ένα τρελαμένο πανηγύρι, τα μεγάφωνα παίζουν το Sex machine με τον James Brown, ό,τι μονάχα ξεχωρίζω από το μπερδεμένο μιξάρισμα. Ο χρόνος δεν με κυνηγάει πια. Πάνω στην πίστα αναβοσβήνει το φώσφορο κι όταν είσαι μέσα του σπάνε σε κομμάτια οι μορφές, σπας σε κομάτια και συ, πιο πολλά τα κομμάτια όσο πιο δυνατή η μουσική. Κατρακυλάς με τους άλλους σ’ ένα βυθό, τα μάτια σου αχρηστεύονται και ο παλμός  μπαίνει μέσα σου και σε παίρνει βίαια, σαν ζωάκι, και δεν ξέρεις αν σ’ αρέσει. Αν είσαι ωστόσο στην άκρη της πίστας τα φώτα δεν σε πιάνουν και η παραίσθηση ελαττώνεται. Στεκόμουν εκεί πριν από λίγα λεπτά και λικνιζόμουν, κοιτάζοντας μια όμορφη νέγρα που μου ‘δινε το ρυθμό, η μόνη που είχε ρυθμό, οι άλλοι σαν αρκούδες χορεύανε. Ανάμεσα στα πρόσωπα τα σπασμένα σε χιλιάδες σκιές, χρωματιστές σκιές που μου ξεφεύγουν, βλέπω για μια στιγμή το κεφάλι εκείνο. Γκρι και γαλάζια μάσκα χωρίς μαλλιά, μάτια μικρά και σκιστά, κι εκείνο το γέλιο, να σκεπάζει τους ήχους και να με παγώνει, απειλητικά γυρνώντας στην οθόνη σε γκρο πλαν. Το γκρο πλαν μεγαλώνει και θα με καταπιεί, είμαι μόνη μου και φοβάμαι. Ο πατέρας μου με πήγαινε σ’ αυτές τις ταινίες του Φαντομά, που του άρεσε να βλέπει. Ήμουν πολύ μικρή, αλλά ήμουν εξοικειωμένη, από παιδάκι έβλεπα πολύ σινεμά. Το πρόσωπο στην οθόνη γελούσε μ’ ένα γέλιο κακό, κι έλεγα τώρα θα γυρίσει, τώρα, μη φοβηθείς, κι είχα μάθει να μη φοβάμαι, είχα μάθει να ελέγχω το φόβο μου. κι έτσι κάθισα κάτω στην άκρη της πίστας κι ήρθε και με μάζεψε αυτός με τα κουρεμένα μαλλιά.

Τώρα μιλάει στο κορίτσι που κάθεται απέναντί του και το κόβει. «Φαίνεται μεγαλύτερη», θα λέει μέσα του. «Τι στην ευχή, θα φάμε κάτι, πρέπει, απόψε. Γούστο έχει. Έχει φύγει, λέει, από το σπίτι της. Βέβαια δεν θέλουμε μπλεξίματα, και μ’ αυτές τις μικρές ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις, όλο μούσι είναι. Θα την πάω στο σπίτι, εκεί, στην ταράτσα, και θα δούμε».

Αυτά σε χρόνο αστραπή, χαμογελώντας άσχημα στο απέναντί του κάθισμα.

Απέναντί του κάθομαι εγώ, η Σόφη, και δεν έχω κλείσει το δέκατο έκτο.

Στην πραγματικότητα είμαι δεκαπέντε και ενός μηνός, και πολύ ερωτευμένη με το Δημήτρη. Τα φτιάξαμε πέρσι για κανένα μήνα, αλλά γίνανε κάτι παρεξηγήσεις  και τα χαλάσαμε, κι από τότε η ζωή μου δεν πάει καλά.

(Συνεχίζεται)

Η χρονιά του καύσωνα (από το «Μαχαίρι στην μπότα»)

CA-00208-C~Beach-at-Lake-Tahoe-PostersΔεν ξέρω πώς μου ήρθε να πάω στην κηδεία του Μπενάκου. Ο γέρος ήταν μυστήριο πρόσωπο για όλους μας, γοητευτικός και λίγο φοβερός όταν ήμαστε παιδιά, παράξενος και κάπως γελοίος για τους περισσότερους, όταν μεγαλώσαμε. Δεν ήταν για το γέρο βέβαια, ούτε για τη Σόφη, τι την ένοιαζε τη Σόφη πια; Ήταν κάτι σαν νοσταλγία, σαν κρυφή ενέργεια που ψάχνει ένα πρώτο ερέθισμα, μαζί με την ανάμνηση εκείνης της γλυκιάς παχουλής αδερφής του: όλη χαμόγελο, δώρα, δυο πόδια γεμάτα φλεβίτη να τρέχουν μέσα σε ψηλοτάκουνες παντόφλες πάνω  κάτω, να κερνάνε τα χέρια, να χαϊδεύουν τα μάτια, να ζεσταίνει η καρδιά. Πώς να ‘ταν η θεία αυτή της Σόφης σε μια κηδεία; Πώς να ‘ταν μια κηδεία νεκρού από καύσωνα;  Ο μεγάλος ήρωας Μπενάκος, φόβος και τρόμος των Γερμανών στον πόλεμο, νεκρός από τη ζέστη.

Πήγα. Ήταν ο πρώτος καύσωνας, εκεί, στα μέσα του ’80, και ο λαός, όπως πάντα απροετοίμαστος, θρηνούσε αδικοχαμένους. Οι τάφοι ήταν ανοιγμένοι κάπως σαν ομαδικοί, δίπλα δίπλα τα κουφάρια και το χώμα ανασκαμμένο, ζωντανό καφέ, σπαρταριστό. Τα σκουλήκια λαχταρούσαν την τροφή, ο ήλιος έλιωνε τον αέρα σε ένα αχνιστό σύμπαν κι ανάμεσα μαύρες φιγούρες διαλυμένες στο φως, σαν τις πινελιές στο νερό της ακουαρέλας.

Στο δρόμο από την εκκλησία ως τον τάφο οι συγγενείς συζητούσαν τα ανάλογα:

«Παιδί μου, 50 βαθμούς υπό σκιάν στο σπίτι της Μερόπης στα Κιούρκα!»

«Τι κάνετε; Μεγαλώσαν τα παιδιά!»

Σε κάθε γάμο και κηδεία συναντιούνταν.

Η θεία έλαμπε μέσα στα μαύρα από καλοσύνη, και η ζέστη σαν να μην την άγγιζε. Είχε μια μαγική δύναμη, μια βαθιά ευγένεια, μια άυλη ομορφιά που αναδυόταν από το δέρμα, το σώμα της, τα φουσκωτά μαύρα μαλλιά, τα πύρινα λαδιά της μάτια.  Μετά το τέλος της ιεροτελεστίας του κονιάκ και του καφέ , με ρώτησε αν ήθελα να πάω από το σπίτι. Είχε, μου είπε, κάτι πράγματα της Σόφης ο Μπενάκος, μήπως τα ήθελα;

Έτσι έγινε και βρήκα το τετράδιο της Σόφης ανάμεσα στο σκουπιδαριό που με επιμέλεια φύλαγε ο πατέρας της. Ήταν μια λύση στην αμηχανία μου – ν’ αρχίσω πριν ή μετά τα γεγονότα της Νομικής; Από τη Στέλλα και τα παιδιά της πλατείας ή από το υπόγειο με τους εσατζήδες και να πάω προς τα πίσω;

Ήταν μια λύση η Σόφη. Και μόνο που το λέω θυμάμαι την καρδιά μου να πλημμυρίζει από αγάπη, όπως μόνο μετά από πολύ καιρό θα πλημμυρίσει πάλι, όταν όλα αυτά που γράφει η Σόφη θα έχουν χωνευτεί. Όταν πρόσωπα, ιστορίες και αισθήματα δικά της θα τα ξεπλένει η μεσημεριάτικη βροχή του φθινοπώρου, καθώς ένας πολύ νεός άντρας με μαύρα μαλλιά, μαύρα σαν κάρβουνα μάτια και μαύρα ρούχα θα κατεβαίνει από τα Εξάρχεια την Ιπποκράτους και η μορφή του θα καθρεφτίζεται στις βιτρίνες των βιβλιοπωλείων σαν οπτασία απ’ τα παλιά.

Αλλά κι αυτό είναι πολύ μετά. Αυτά που έγραψε η Σόφη έγιναν το καλοκαίρι του ’72 , ενώ το αγόρι γεννήθηκε μόλις δυο χρόνια αργότερα. Επομένως μπορεί και να μην έχουν άλλη σχέση πέρα από τη δική μου αγάπη. Ας είναι.

Ο πρόλογος και το πρώτο κεφάλαιο του μυθιστορήματος εδώ