Μήνας: Ιουνίου 2016

Στην Όπερα (Από «Το Ασημένιο Ρόδο»)

νιαρ

(2, 7)

Η δουλειά εδώ, στην Όπερα της Αθήνας, ήταν πιο ήρεμη, δεν υπήρχαν τόσα πήγαινε έλα. Σ’ αυτό το περίφημο κτίριο δίπλα στο νερό, τα ταξίδια των μουσικών γίνονταν περισσότερο προς τα εδώ παρά από εδώ. Ο χώρος ήταν ένας παράδεισος που αφομοίωνε απαλά τα κτίρια μέχρι τη θριαμβική ανύψωσή τους: η Βιβλιοθήκη πρόβαλλε σταδιακά από τη γη μαζί με τα δέντρα και υψωνόταν προς την Όπερα, προς τη Μουσική που στεκόταν ανάλαφρη στον αέρα. Από εκεί ο Λέο είχε θέα όλης της Αττικής με τα γύρω βουνά και τη θάλασσα ως το βάθος του Σαρωνικού, όλης της Αθήνας με την Ακρόπολη στη μέση. Η μουσική εδώ γεννιόταν πληθωρικά, όχι μονάχα αυτή που έπαιζε, μα η άγραφη ακόμα της ψυχής και του κόσμου. Το ίδιο το οικοδόμημα ήταν σαν ένα τεράστιο, πλανητικό μουσικό όργανο, το ενεργειακό στέγαστρο με τα δέκα χιλιάδες τετραγωνικά μέτρα φωτοβολταϊκά μια γιγάντια ξαπλωτή άρπα, το πάρκο με τα κομψά μεσογειακά δέντρα μια χορογραφία αέρινων κρουστών, το νερό στο τεχνητό κανάλι το ρυτίδωναν αδιόρατα οι νότες μιας κοσμικής μελωδίας.

νιαρχος

(2, 15)

Την επομένη ο Λέο καθόταν μόνος του στο Πάρκο Σταύρος Νιάρχος, στο υπερυψωμένο τμήμα του πάνω από τη Βιβλιοθήκη. Πλησίαζε το Delta International και η Όπερα, που ήταν ακριβώς στο Δέλτα Φαλήρου, θα είχε σημαντικό ρόλο. Ήδη ασκούσε πολύ παραπάνω έλξη από ό,τι παλιότερα, ο Λέο έβλεπε τώρα εδώ όλες τις φυλές και τις τάξεις. Οι άστεγοι, οι φτωχοί εργαζόμενοι στους κήπους και τα εστιατόρια, οι κάτοικοι της παραλίας που δούλευαν στα σχολεία και τις κλινικές, αλλά και τα στελέχη και οι επιχειρηματίες από τα γραφεία της Συγγρού ως επάνω στους στύλους του Ολυμπίου Διός και το κέντρο, έρχονταν από το πρωί ως το βράδυ. Μαθητές, φοιτητές, καλλιτέχνες και συγγραφείς έκαναν το μπάνιο τους στη θάλασσα και μετά έρχονταν εδώ, γευμάτιζαν στο εστιατόριο και ξεκουράζονταν δίπλα στο κανάλι, στα παγκάκια του πάρκου ή στις δροσερές αίθουσες της Βιβλιοθήκης. Τα παιδιά με τα αυτοφωτιζόμενα πατίνια γλιστρούσαν σαν επίγειοι διάττοντες και οι αναβάτες των αλόγων του Ολλανδού ξεπέζευαν από την άλλη πλευρά της λεωφόρου κι ανέβαιναν με τα πόδια. Αργά το βράδυ, όσοι είχαν εισιτήρια ή μπορούσαν να βρουν έμπαιναν στη μεγάλη κλιματιζόμενη αίθουσα να απολαύσουν την παράσταση, στην οποία συχνά ο ίδιος ο Λέο έπαιρνε μέρος. Παράλληλα στο πάρκο κυλούσε μια διαρκής γιορτή με ερασιτέχνες μουσικούς σε υπαίθρια ρεσιτάλ. Οι καλύτεροι θεατές και ακροατές τους ήταν οι θαμώνες της Βιβλιοθήκης, σπουδαστές ή ερευνητές ή απλά φιλομαθείς που κάθονταν στη σκιά των δέντρων να μελετήσουν τις σημειώσεις τους. Η πνευματική τους αναψυχή συντονιζόταν με τα μελωδικά πειράματα των νεαρών λυρικών τραγουδιστών, τις δοξαριές των εγχόρδων και τον κρυστάλλινο ήχο των πλήκτρων ή τον βαθύ κάποιου τύμπανου, μισοκρυμμένου στην αγκαλιά ενός λάτρη των αφρικάνικων κρουστών. Ο Λέο καθόταν μαζί τους, συνήθως εδώ, στο υπερυψωμένο τμήμα του πάρκου, κι απολάμβανε αυτά τα ρεσιτάλ αγκαλιάζοντας με το βλέμμα όλη την Αθήνα. Ο τεχνητός λόφος ήταν ένας ύμνος, ένας ναός αφιερωμένος στο φως, το νερό, τον ελαφρό αέρα, την απαλή πράσινη γη. Ο Λέο ένιωθε καμιά φορά εξαϋλωμένος, απολύτως ελεύθερος, άχρονος.

(Κατεβάζετε «Το Ασημένιο Ρόδο» κλικάροντας στο «Μενού» πάνω δεξιά και μετά στη φωτό του βιβλίου)