Θρήνος και Νοσταλγία (Από το «The doll and the horse»)

Valentines Pictures-07

…Και με αυτή τη μέτρια ικανοποίηση αποφάσισε να επιστρέψει στο βασίλειό της στο βουνό, μα αυτή τη φορά για να ζήσει μόνη, αφού οι Αρχικοί της,  ζώντας πια μέσα στο αίμα των ανθρώπων, είχαν για πάντα χαθεί γι αυτήν.

Τότε όμως είχε την ξαφνική επιθυμία να ερευνήσει κάποιες πιο ιδιωτικές ανθρώπινες στιγμές.

«Γιατί να μη ρίξω μια ματιά μέσα στα σπίτια, πριν φύγω; Κανείς δεν θα δώσει σημασία».

Κι έριξε μια ματιά, και δύο και τρεις. Κι έριξε πολλές ματιές, γιατί εκεί, μέσα στα σπίτια, βρισκόταν όλο το θαύμα. Είδε πολλή Σκιά βεβαίως, πολύ πόνο και φόβο και σκληρότητα, όμως αυτό ήταν το αναμενόμενο. Το μη αναμενόμενο, και το πιο καταπληκτικό, ήταν εκείνη η μαγική σχέση ανάμεσα σε δύο άτομα, η εντελώς ελεύθερα επιλεγμένη, που είχε ήδη προσέξει στις αναφορές από το προηγούμενο ταξίδι: εκείνη η σύνδεση ανάμεσα σε δύο πρόσωπα που νοιάζονταν το ένα για το άλλο και περνούσαν μαζί όλα τα ωραία, μα και υπέφεραν μαζί όλες τις σκληρές τους στιγμές .  Η εξαιρετική αυτή ικανότητα φαίνεται πως είχε στο μεταξύ απρόσμενα αναπτυχθεί και εξαπλωθεί σε μεγάλο αριθμό σπιτιών. Η γυναίκα άνοιξε με χαρά το κόκκινό της φόρεμα για να νιώσει στην αγκαλιά της όλο εκείνο το ευλογημένο αίμα της αγάπης που έτρεχε στις φλέβες αυτών που αγαπιούνταν.

Μα η χαρά της δεν θα κρατούσε πολύ. Μετά από λίγο ανακάλυψε ότι αυτό το πιο πολύτιμο από όλα τα συναισθήματα, η αγάπη, ήταν επίσης η αιτία για τον μεγαλύτερο από όλους τους πόνους. Καμιά παρηγοριά δεν μπορούσε να μαλακώσει την αγωνία, να ελαττώσει το πένθος και να ελαφρώσει τη θλίψη του ανθρώπου που έχασε τον αγαπημένο του. Η κόκκινη γυναίκα δεν είχε φανταστεί ποτέ πως μπορούσε να υπάρχει τέτοιος πόνος. Και απελπίστηκε, γιατί δεν μπορούσε να κάνει τίποτα χωρίς συγχρόνως να μικρύνει την ίδια την ικανότητα για αγάπη, πράγμα που δεν σκεφτόταν καν.

Περιπλανήθηκε πολύ προσπαθώντας να βρει μια θεραπεία, ένα αντίδοτο γι’ αυτή την αρρώστια, την αρρώστια της πιο βαθιάς λύπης.  Καθώς περιπλανιόταν συνάντησε μια φορά ένα από εκείνα τα ιδιόρρυθμα ανθρώπινα πλάσματα, τους Ποιητές. Κοιτάζοντάς την με ενδιαφέρον, ο Ποιητής τη ρώτησε γιατί ταξίδευε μόνη.

«Οι αγαπημένοι μου είναι τώρα πια μέσα στις φλέβες των ανθρώπων», απάντησε εκείνη, πράγμα που έκανε τον Ποιητή να αναφωνήσει χαρούμενος:

«Θεέ μου, τι μεταφορά!»

Βρίσκοντάς τον έτσι πολύ παράξενο δεν του είπε τίποτα για το πρόβλημά της. Ωστόσο η συνάντησή τους της έδωσε μια ιδέα: να ακούσει με προσοχή τους ανθρώπινους μύθους, όλες εκείνες τις ιστορίες που είχαν πλάσει οι υπηρετούντες αυτή τη μυστηριώδη οντότητα, την Ποίηση. Και σε αυτές τελικά πράγματι βρήκε κάτι χρήσιμο: πρόσεξε ένα είδος ανακούφισης που είχαν εφεύρει οι λεγόμενες μάγισσες, σύμφωνα με το οποίο όταν μια δύσκολη κατάσταση δεν μπορούσε να ανατραπεί, υπήρχε η δυνατότητα να μαλακώσει με την προσθήκη μιας ειδικής παραμέτρου που θα την έκανε πιο ελαστική και υποφερτή.

Έκανε λοιπόν επίκληση όλης της δύναμης και όλης της φαντασίας της για να εφεύρει έναν τέτοιο καταλύτη, και μια νύχτα, μια πολύ ήρεμη νύχτα κοντά στο ηλιοστάσιο, ευλόγησε το ανθρώπινο είδος με ένα πολύ ιδιαίτερο δώρο – για την ακρίβεια δύο δώρα – που από τότε συνυπάρχουν  με την ανθρωπότητα διαρκώς: τους έδωσε τον Θρήνο και τη Νοσταλγία.

Έτσι κάθε φορά που ένας άνθρωπος πενθούσε για το χαμό αγαπημένου του μπορούσε να θ ρ η ν ή σ ε ι, που σημαίνει να εκφράσει δυνατά τον πόνο του και να κλάψει γοερά, ώστε να τον ακούσουν και να τον συνοδέψουν στο θρήνο και άλλοι, που θα θρηνούν επίσης για το χαμό είτε του ίδιου  είτε και κάποιου άλλου αγαπημένου. Αυτή η δυνατότητά μας, να εκφράζουμε και να μοιραζόμαστε το βαθύ πόνο από τον οποίο κανένα ανθρώπινο πλάσμα δεν μπορεί να ξεφύγει, αποδείχτηκε η μόνη ανακούφιση και σε μερικές περιπτώσεις ακόμα και το άνοιγμα για ένα μελλοντικό άγγιγμα  της αγάπης.

H Νοσταλγία από την άλλη εκπροσωπούσε ένα διαφορετικό είδος έκφρασης, πολύ πιο σιωπηλό, κι επίσης πιο πνευματικό και δημιουργικό. Αφορούσε το συναίσθημα που γεννιέται φυσιολογικά από μια βίαιη αναχώρηση ή εξορία, από αυτή την χωρίς τέλος δυστυχία που στην πραγματικότητα είναι παρόμοια με το χωρισμό από τους αγαπημένους, γιατί στις περισσότερες περιπτώσεις τον περιλαμβάνει. Σ’ αυτή την περίπτωση οι χωρισμένοι νοσταλγούν, που σημαίνει ότι θυμούνται κι αποζητούν ο,τι άφησαν πίσω, αλλά και μοιράζονται το συναίσθημα με άλλους που είναι στην ίδια μοίρα, πράγμα που το κάνει πιο μαλακό και σε κάποιες περιπτώσεις επίσης πολύ δημιουργικό. Από τότε η Νοσταλγία έχει επισκεφθεί μέσα στους αιώνες όχι μόνο μυριάδες ξεριζωμένους αλλά και  μυριάδες εγκαταλειμμένους, και στην πραγματικότητα κάθε ανθρώπινο πλάσμα, αφού το συναίσθημα αυτό δεν προκαλείται μόνο από το χωρισμό στο χώρο μα και από τον χωρισμό στον χ ρ ό ν ο, καταδικάζοντάς μας στην ουσία όλους σε μια εξορία.

Κι έτσι ο Θρήνος και η Νοσταλγία κατάφεραν ως ένα σημείο να ενώσουν τους ανθρώπους, με την εξωτερίκευση και το μοίρασμα της λύπης.

«Ήταν το καλύτερο που μπορούσα, αυτή η επιχείρηση Θήτα-Νι «, σκέφτηκε η γυναίκα εξαντλημένη -και με  διάθεση χιούμορ.

Και με ένα τσίμπημα νοσταλγίας τόσο για το βουνό της όσο και για τον κόσμο των ανθρώπων, πήρε επιτέλους το δρόμο για το σπίτι.

http://www.amazon.com/dp/B00H6B2NW4

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s