Στην αποβάθρα (Από το «Πρωινό Ιντερσίτυ»)

Ο ποιητής έφτασε στο σταθμό νωρίς το πρωί. Αγόρασε εφημερίδες και παράγγειλε καφέ στην καντίνα. Η αποβάθρα ήταν γεμάτη ταξιδιώτες, που πήγαιναν στα χωριά τους για το Πάσχα.

Πολύ γεμάτη. Βάραινε. Από τη μονότονη επιστροφή.

Οργανωμένη με γενεών συνήθειες, η άνοιξη είχε ξεκάθαρο σχήμα. Μέσα του οι άνθρωποι –νυσταγμένα βλέμματα, γεμάτες τσάντες– έψελναν νοερά το τελετουργικό: όχι, ούτε και φέτος θα κάνουμε το μεγάλο βήμα. Ας μυρίζεις, Απρίλη, ας καλείς, η περιπέτεια αναβάλλεται. Για άλλη μια φορά επιστρέφουμε, πειθαρχικοί και φορτωμένοι, σαν τα μυρμήγκια, στα πάτρια.

Η άνοιξη ήταν κόκκινη μεταλλιζέ, στο χρώμα του ιντερσίτυ, κι είχε πεπερασμένο ορίζοντα: από το σταθμό της πόλης ως εκείνο του χωριού.

Για τους περισσότερους. Όχι για τον ποιητή.

Που από καιρό το υποψιαζόταν, μα από τότε που ξαναβρήκε τη Νάντια βεβαιώθηκε πως ούτε επιστροφή πουθενά, μα ούτε και ταξίδι προς το άγνωστο υπάρχει: τα λιγοστά ανοίγματα του σιδερόφραχτου κόσμου κρύβονται μονάχα στο νου του καθενός.

Κι επειδή η συνάντησή του με ένα τέτοιο άνοιγμα ήταν πρόσφατη, ο ποιητής ένιωθε την αποβάθρα ανάλαφρη.

Πήρε τον πρώτο καφέ της ημέρας και κάθισε σε ένα παγκάκι.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s