Στην αγορά (Από το «Πρωινό Ιντερσίτυ»)

Στην αγορά τροφίμων, ανατολικά από τις γραμμές, είχε φουντώσει το μεγάλο αλισβερίσι. Το χρηματιστήριο πατάτας και μαρουλιού αντηχούσε από φωνές κι ανέδινε οσμές απροσδιόριστες: ήταν η ώρα που οι έμποροι έκαναν χοντρό παιχνίδι.

Στην πίσω αυλή, έξω από τις στεγασμένες εγκαταστάσεις, ο Σοκόλ κουβαλούσε τελάρα. Ο Ντριτάν έσπρωχνε με τα δικά του στον ώμο, ο μικρός αδερφός του το ίδιο. Όλοι υπάκουαν αλαφιασμένοι σε διαταγές και οδηγίες από μεσάζοντες. Που ήταν, στα μάτια του Ντριτάν, και κυρίως του μικρού αδερφού του, γίγαντες. Τους φοβόταν.

Όχι όμως και ο Σοκόλ.

Για όποιον δεν τον ήξερε, το ύφος του Σοκόλ θα μπορούσε να περάσει για αναιδές. Το λιγότερο, για διαρκώς και αταίριαστα ανάλαφρο. Λεπτός και σβέλτος, με μακριά δάχτυλα, γυαλιά που του γλύκαιναν την όψη και γερά αποθέματα χιούμορ, ο Σοκόλ δεν φοβόταν –τους μεσάζοντες ή ο,τιδήποτε άλλο– γιατί ο νους του ήταν μονίμως αλλού. Ήταν, παρά την εντύπωση που ο ίδιος φιλότιμα μοχθούσε να δώσει, πέρα από τον κόσμο που του παρουσίαζαν για αληθινό.

Επειδή όμως αυτό που είχε στο νου του σχετιζόταν κάπως και με το σχολείο, ο Σοκόλ αυτή τη νύχτα θυμήθηκε ότι το σχολείο άνοιξε –τουλάχιστον για τους καθηγητές.

«Ε, Ντριτάν, χρωστάς μάθημα;»

«Όχι, ρε, τι μάθημα; Ο μικρός κάτι έχει μάθημα».

Ο μικρός αδερφός του Ντριτάν βρισκόταν εκείνη τη στιγμή σχεδόν πλακωμένος κάτω από ένα τελάρο.

«Ρε, άνοιξε το σχολείο, μάθημα, μαλάκα», έσπευσε να τον πληροφορήσει ο Ντριτάν, πριν το ξεχάσει κι αυτός μέσα στην αναμπουμπούλα της δουλειάς.

Ο μικρός μουρμούρισε κάτι  και κινήθηκε με δυσκολία για να αδειάσει το τελάρο εκεί όπου τον διέταξαν. Ο Ντριτάν τον κοίταζε, μην ξέροντας αν έπρεπε να επιμείνει. Δεν ήταν σίγουρος ότι ο μικρός τον είχε ακούσει.

Έπειτα στράφηκε προς τον Σοκόλ. Μα απομακρύνθηκε χωρίς να τον ενοχλήσει: ο Σοκόλ είχε κοντοσταθεί μέσα στη φασαρία, κι αν τον πρόσεχε λίγο κανείς, θα τον έβρισκε ανεπιφύλακτα εκείνη τη στιγμή πολύ όμορφο.

Είχε κοντοσταθεί και κοίταζε πέρα από την αυλή και τα φώτα της αγοράς.  Προς ένα σημείο όπου κανείς, όσο προσεκτικά κι αν ακολουθούσε το βλέμμα του, δεν θα διέκρινε τίποτα: ο ορίζοντας κλεινόταν ερμητικά από φορτηγά, τελάρα και γιωταχί. Από παραγωγούς, κουβαλητές και μεσάζοντες.

Ο Σοκόλ έβλεπε με το νου του το τρένο.

Έβλεπε κι άκουγε το εμπορικό που περνούσε κάθε βράδυ με τα βαγόνια του γεμάτα. Ήξερε πως περνούσε τα σύνορα και συνέχιζε για πολλά χιλιόμετρα, διασχίζοντας σκοτεινές εκτάσεις. Και τσαντιζόταν που δεν ήταν μέσα.

Ο Σοκόλ, στα δεκαοχτώ του, τσαντιζόταν συχνά με τον κόσμο που του παρουσίαζαν για αληθινό.

 

(Κυκλοφορεί από την Εστία)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s