Λεωφόρος Ιωνίας (Από το «Μαχαίρι στην μπότα»)

Στη λεωφόρο Ιωνίας ήταν διάχυτη η γοητεία του τρένου. Ο ηλεκτρικός πέρναγε από Πατήσια, Άγιο Νικόλαο κι έφτανε Αττική, στην επιφάνεια της γης, ενώ κατά διαστήματα γέφυρες ένωναν τις δύο όχθες. Η άλλη όχθη ήταν η μαγική, αυτή που πήγαινε κάτω, προς έναν άγνωστο κόσμο με χιλιάδες προοπτικές. Διασχίζαμε τη γέφυρα μιλώντας και γελώντας και κάναμε κύκλο για να ξανανέβουμε από την άλλη.  Αν είχαμε σχολάσει στο πεντάωρο, ο χρόνος κλεβόταν απ’ το σπίτι για να δοθεί στη βόλτα του σούρουπου.

Το σούρουπο στη λεωφόρο Ιωνίας άνοιγε αργά και μας χώνευε τρυφερά στους κόλπους του. Τα χαμηλά σπιτάκια στις παλιές γειτονιές ξεδίπλωναν ήχους, αρώματα και χρώματα ρόδινα ή βιολετιά, ανάμεσα σε σκιές από πόρτες, αυλότοιχους και δέντρα του δρόμου ή των κήπων. Οι μουριές ήταν τον περισσότερο καιρό φουντωμένες, η αγκαλιά τους έσκυβε από πάνω μας, μα εμείς, παιδιά της πόλης, δεν είχαμε μάθει να τη χαιρόμαστε. Οι αμυγδαλιές και οι κερασιές μάς ήταν πιο γνωστές, από τα χρώματα που χάιδευαν νωρίς την άνοιξη τα βλέμματά μας. Αλλά πιο πολύ, παιδιά των αστικών σπιτιών και της κλειστής αυλής, αγαπούσαμε  ό,τι γνωρίζαμε: το γιασεμί και τις γαρδένιες, τα γεράνια και τα τριαντάφυλλα, τα γαρίφαλα και τους βασιλικούς. Συχνά, περνώντας από κάποιες γνωστές μας αυλές, απλώναμε το χέρι να κόψουμε, ο Διονύσης να προσφέρει μια γαρδένια στη Χριστίνα. Πηγαίναμε σε τακτικό σχηματισμό: η Ηρώ κι εγώ μπροστά, πίσω το ζευγάρι, στη άκρη, μόνη κι απόμακρη, η Σόφη. Ποτέ δεν έκοβε λουλούδια. Η μανία της εκείνη τη χρονιά ήταν να ψάχνει για αδέσποτα γατάκια, που τα κουβάλαγε στο σπίτι της, τα περιέθαλπε κι ύστερα γύρευε τη ζωόφιλη συμμαθήτρια που θα τα υιοθετούσε -όχι πάντα μ’ επιτυχία, κι ο αριθμός των γατιών στο σπίτι της είχε αυξηθεί παρανοϊκά.

Στα στενά απ’ όπου κάναμε τους κύκλους για να ξαναβγούμε στη λεωφόρο του τρένου, γυναίκες κάθονταν στις πόρτες, και μερικές μας καλησπέριζαν ζεστά -«Γεια σας κορίτσια, καλώς τα παιδιά»- χωρίς να μας γνωρίζουν, σαν κάποιο παλιό τους καημό ν’ αναδεύαμε στις καρδιές τους με το πέρασμά μας. Όταν ο καιρός ήταν γλυκός, μικρές ομάδες παιδιών έπαιζαν στους δρόμους εδώ κι εκεί, σαν κινούμενα μπουκετάκια ή σαν αυτοσχέδια, φάλτσα χορικά, ενώ μόνιμη ήταν η παρουσία ανθρώπων που σιγοκουβέντιαζαν στα ψιλικατζίδικα και τις μικρές ταβέρνες. Σε μια τέτοια ταβερνούλα -δυο άντρες μπροστά στο ξύλινο τραπέζι, πάνω του ένα μπακιρένιο κρασοπότηρο, στο άνοιγμα της πόρτας δεν ήξερα αν έβλεπα τη βαθιά τους μοναξιά ή τη βαθιά τους αγάπη- πρωτάκουσα Στου Μπελαμή το ουζερί. Εμείς στην παρέα τότε δεν ακούγαμε ελληνικά, δεν ξέρω πώς μου καρφώθηκε η εικόνα με τη μουσική της μαζί, κι έτρεξα την άλλη μέρα να πάρω το δίσκο.

Το Μαχαίρι στην μπότα κυκλοφόρησε το 1997 από τον Οδυσσέα. Δεν θα επαναδημοσιευθεί ολόκληρο, ηλεκτρονικά ή έντυπα, γι΄αυτό απολαύστε τα αποσπάσματα!

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s