Ερωτικό ΙΙ (Από το «Πρωινό Ιντερσίτυ»)

Στο κρεβάτι του ξενοδοχείου, κρατώντας την με τον κορμό όρθιο, σαν συνέχεια του –ξαπλωμένου– δικού του, ο ποιητής ένιωσε  πως, ενώ η λάμψη της δεν ήταν, πια, μυστήριο, η ομορφιά παρέμενε ανεξήγητη.

Όπως και η δική του εμμονή να την εξηγήσει.

Την τράβηξε επάνω του και την κράτησε σφιχτά. «Δεν ξέρω γιατί το κάνω αυτό», ψιθύρισε. «Συνέχεια…δεν ξέρω».

Του χάιδεψε το πρόσωπο. Δεν ήταν ποιήτρια, καταλάβαινε όμως.

Και συμφωνούσε με τον Άγγελο. Που της είχε πει ότι, ενώ τα ίδια τα ποιήματα δεν του άρεσαν, και μάλλον τα βαριόταν, οι ποιητές, αντίθετα, του άρεσαν πολύ.

Επειδή, διαρκώς κι επίμονα, πάσχιζαν να κοινοποιήσουν τα βαθιά. Τα κρυμμένα. Κρατώντας έτσι, για χάρη όλων, πεισματικά ανοιχτό το πέρασμα «από το σκοτάδι στο φως».

 

Έτσι είπε η Νάντια ότι είπε ο Άγγελος. Μα ο ποιητής ένιωσε πως του έλεγε «σε καταλαβαίνω. Θα σε συγχωρήσω αν φύγεις».

Δεν ήξερε αν θα έφευγε. Η τρυφερότητά του ήταν απέραντη, η χαρά της συνύπαρξης, μετά από τόσα χρόνια, επίσης. Κι όμως, δεν ήξερε αν θα έφευγε.

Την έσφιξε ξανά κι άρχισε να τη χαϊδεύει. Τα γύψινα του ταβανιού σχημάτιζαν γύρω της φωτοστέφανα.

Τη στήριξε, πάλι, με τον κορμό της όρθιο, απαλά. Καθώς, στο σκίρτημά της, τα μάτια του έκλεισαν, τα  φωτοστέφανα έγιναν λέξεις.

Ο πίνακας είναι Ρόυ Λιχτενστάιν

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s