Ο Άγγελος και η Εύα (Από το «Πρωινό Ιντερσίτυ»)

Ο Άγγελος και η Εύα μεγάλωσαν μαζί. Ο Άγγελος στη δυτική όχθη, μέχρι τα δεκαεφτά του. Η Εύα από την άλλη πλευρά του ποταμού, στις Πολυκατοικίες. Αλλά επειδή οι μαμάδες τους ήταν φίλες από μικρές – από τότε που και η μαμά της Εύας ζούσε στη δυτική όχθη – οι δυο τους έγιναν κολλητοί.

Ήταν ξεχωριστά παιδιά. Υπό την επήρεια παραμυθιών της μαμάς του για φαντάσματα με κιθάρες, που τριγυρίζουν τις νύχτες στην όχθη και τραγουδούν για ταξίδια και περιπέτειες, ο Άγγελος προκαλούσε αμηχανία στο σχολείο, από τις πρώτες κιόλας τάξεις του δημοτικού. Αρνιόταν πεισματικά να δουλέψει στο ψαράδικο του πατέρα του και κατέστρωνε μόνος του μικρές επαναστάσεις, σχεδιασμένες επί χάρτου με λεπτομέρειες. Θύματά του – σπανιότερα πραγματικά και συχνότερα φανταστικά – ήταν οι αυθεντίες της γειτονιάς και του σχολείου.

Η Εύα, πάλι, μεγάλωσε με συνταγές της γιαγιάς, αδέσποτα γατάκια για τα οποία κατασκεύαζε σπιτάκια και κούνιες και παιχνίδια με ψαλίδια και κόλλες, στα οποία στην αρχή προσπαθούσε να μιμηθεί τη μαμά της τη μοδίστρα, έπειτα, όμως, οι εμπνεύσεις της αυτονομήθηκαν.

Μια νύχτα έπαιζαν κρυφτό με άλλα παιδιά δίπλα στο ποτάμι και κρύφτηκαν μαζί σε κάτι χαλάσματα. Την κράτησε σφιχτά κάτω από το στήθος του και της ψιθύρισε «μη φοβάσαι, δεν θα μας βρουν». Το ποτάμι μύριζε λάσπη κι ασβέστη, τραγούδια ακούγονταν μακριά – κι οι δυο τους ξέχασαν, για ώρα, το παιχνίδι.

Πήγαιναν στην Τετάρτη Δημοτικού όταν ξέσπασαν οι καταλήψεις στα Λύκεια. Ο Άγγελος και η Εύα μοίρασαν προκηρύξεις στο σχολείο. Ο δάσκαλος έμεινε άναυδος. Κανένα παιδαγωγικό σεμινάριο δεν τον είχε προετοιμάσει γι’ αυτό.

Από τότε έγραφαν τους δασκάλους στα παλιά τους τα παπούτσια. Μα με διαφορετικό τρόπο: ο Άγγελος τους ξεπερνούσε. Διάβαζε τόσο πολύ, και τόσο αλλοπρόσαλλα πράγματα, που κανένας δάσκαλος δεν μπορούσε να τον παρακολουθήσει. Διάβασε από Μαρξ και μπήτνικς, μέχρι Μαρκούζε και Άντζελα Ντέηβις, τη μαθήτρια του Μαρκούζε.

Και προτιμούσε την Άντζελα Ντέηβις από τον Μαρκούζε, γιατί αυτή είχε δοκιμάσει τον πόνο. Από πρώτο χέρι.

Το διάβασμα κατάφερε αυτό που ως τότε ο πατέρας του δεν είχε καταφέρει: να τον φέρει στο ψαράδικο. Όπου δούλεψε αρκετά καλοκαίρια στη σειρά, κουβαλώντας τόνους τελάρα στην ιχθυόσκαλα, λουσμένος στο ιδρώτα όλη νύχτα, και βοηθώντας, με μεγάλη επιτυχία, στην αγορά της ψαριάς.

Τότε ακριβώς, μαζί με την όψη του –στοχαστική, με σταθερές κινήσεις και ζεστό βλέμμα–,  διαμορφώθηκε οριστικά και η στάση του απέναντι στον κόσμο: το αίσθημα δικαιοσύνης που, νύχτα τη νύχτα και ψαριά την ψαριά, ανέπτυξε στις γωνιές της ιχθυόσκαλας, όχι μονάχα τον συμφιλίωσε με τη σκληρότητα της ζωής, μα και τον προίκισε με το καλύτερο: μια αισθαντική, διαρκώς παρούσα συμπάθεια για τους γύρω του –που εκδηλωνόταν, ωστόσο, μ’ έναν περήφανο, εγκρατή τρόπο. 

Ο πατέρας του, που ποτέ δεν είχε καταφέρει να του επιβληθεί, παρατηρούσε έκπληκτος. Σχεδόν ένιωσε υποχρεωμένος απέναντι στο απόμακρο, το τόσο ανεξάρτητο παιδί.

Η Εύα, πάλι, από την πλευρά της, απλώς αμελούσε τα μαθήματα. Με το ζόρι περνούσε τις τάξεις, και καταγινόταν με δημιουργήματα που κανένας, εκτός από τον Άγγελο, δεν εκτιμούσε.

Όσο για την ερωτική τους μόρφωση, συμπληρώθηκε, με τα χρόνια, κι από θεωρία: βάλθηκαν να μελετούν την Κάμα Σούτρα. Που κανένας δεν τη διάβαζε πια, αλλά ο Άγγελος, με τις αναχρονιστικές ανησυχίες του, την είχε ανακαλύψει.

Καθώς δεν είχαν κανένα φεμινιστή δάσκαλο να τους εξηγήσει ότι η Κάμα Σούτρα «υποβίβαζε τη γυναίκα σε αντικείμενο», κανείς από τους δυο τους δεν κατάλαβε κάτι τέτοιο. Ο Άγγελος, που στα δεκαέξι του, είχε, ήδη, την Εύα σφραγισμένη στα χέρια του και τα μάτια, ποτέ δεν ένιωσε την ανάγκη να επιβάλει έναν αντρισμό που κανείς δεν αμφισβητούσε. Άλλωστε, μην έχοντας διαπαιδαγωγηθεί μέσω της επιβολής, δεν έβρισκε κανένα ενδιαφέρον στο να επιβάλει ο,τιδήποτε σε οποιονδήποτε.

Όσο για την Εύα, αν και κολλημένη επάνω του, ούτε κατά διάνοια δεν ένιωθε γυναίκα-αντικείμενο: στα δεκαέξι της είχε, κιόλας, μαζί με τις όλο χάρη κι ευστοχία κινήσεις, αποκτήσει για πάντα την αυτοεκτίμηση που οφείλεται στο εξασφαλισμένο χάδι. Αυτό που κυρίως της άρεσε στο βιβλίο ήταν το ότι η γυναίκα-λωτός ήξερε να φτιάχνει ενδιαφέροντα πράγματα: από χειροτεχνήματα και τατουάζ μέχρι ακροστιχίδες και πολύπλοκες συνταγές για αρώματα. Η Κάμα Σούτρα ήταν, κατά τη γνώμη της, ένα αναλυτικό πρόγραμμα εκπαίδευσης, αντίβαρο στην ανιαρότητα του σχολείου.

Όταν οι μαμάδες τους πέθαναν και οι μπαμπάδες τους ξαναπαντρεύτηκαν, ο Άγγελος και η Εύα ήρθαν ακόμα πιο κοντά: ο Άγγελος μετακόμισε κι αυτός στις Πολυκατοικίες, με τη μητριά του και τον πατέρα του, και εγκαταστάθηκε στο δώμα που η καινούργια μητέρα τού παραχώρησε από την προίκα της.

Από εκεί έβλεπε όλο τον ορίζοντα με τα φουγάρα της ΒΙΑΜΥΛ και της ΕΤΜΑ. Έβλεπε το παλιό εργοστάσιο χάρτου και το μεταβαλλόμενο – και πάντα ημιτελές – μολυβένιο τοπίο της δύσης. Μύριζε θάλασσα, καμένα λάστιχα και λάσπη. Και, πού και πού, την πνιγερή οσμή των τελευταίων βυρσοδεψείων ή την αινιγματική της σοκολατοποιίας.

Και βέβαια, έβλεπε σταθερά το ποτάμι. Στο βάθος, στα δυτικά. Χρόνο με το χρόνο όλο και πιο χτισμένο και πιο λειψό.

Και τις γραμμές του τρένου από την άλλη. Απ’ όπου, κάθε πρωί, περνούσε το πρώτο ιντερσίτυ. Και το σούρουπο, το τελευταίο. Το βραδινό.

Το δώμα δεν ήταν παρά ένα δωμάτιο με κουζινάκι και μπάνιο, σκεπασμένο με κεραμίδια και με τους τέσσερις τοίχους του στο κενό. Το χειμώνα έκανε πολύ κρύο και το καλοκαίρι πολλή ζέστη, μα χρόνο με το χρόνο γέμιζε από ανθρώπινη ενέργεια και γλύκαινε. Ο Άγγελος με ζήλο το μετέτρεπε σ’ ένα όλο και πλουσιότερο βασίλειο με βιβλία, γλάστρες και φιλοξενούμενες –κατά τη δική τους βούληση– γάτες.

Ο Άγγελος δεν ήξερε τι να σπουδάσει, ούτε κανείς τον ώθησε ποτέ σ’ αυτό. Ο πατέρας του θα ήταν ευχαριστημένος να του άφηνε το ψαράδικο. Πήγε στρατιώτης, και γύρισε έχοντας, μόνος του, μάθει Αγγλικά, και αποφασισμένος να γραφτεί στο Νυχτερινό, στο τμήμα Πληροφορικής.

Τότε έπιασε και τη δουλειά στο βενζινάδικο. Ο βενζινάς τον ήξερε από μικρό και τον εκτιμούσε. Ήταν από τα ελάχιστα παιδιά της γειτονιάς που δεν είχαν ποτέ μπλεχτεί σε φασαρίες.

Τέλος, ο Άγγελος δεν δυσκολεύτηκε να πείσει  και την Εύα –που ήδη δούλευε στο κομμωτήριο– να γραφτεί κι αυτή στο Νυχτερινό, στο τμήμα Κομμωτικής.

Κι έτσι, οι δυο τους ξανάγιναν μαθητές, στα είκοσι και κάτι, στο «Εσπερινό Τεχνικό Εκπαιδευτήριο» του δυτικού τομέα. Και περίμεναν τη νέα εποχή.

Που, επί χρόνια, ερχόταν και ξαναερχόταν.

Στο μεταξύ, ο ορίζοντάς τους κλεινόταν όλο και πιο πολύ με ατσάλινους σκελετούς και το μυαλό τους προσαρμοζόταν, κατ’ ανάγκην, στη νέα τεχνολογία και αμελούσε, όσο να ’ναι, να στοχαστεί για σοβαρότερα πράγματα. Ο Άγγελος φρόντιζε, όπως μπορούσε, να το κρατάει σε εγρήγορση, με βιβλία που εντόπιζε σε παλαιοπωλεία και σε ιστοσελίδες διάφορων ρομαντικών. Η εποχή που σχεδίαζε επαναστάσεις επί χάρτου είχε περάσει, κι είχε δώσει τη θέση της σε μια ήρεμη  πίστη σε ατομικές επιλογές, που δεν θα πατρονάριζαν άλλους. Παρά τις εξελίξεις, ήταν αισιόδοξος για τις εφαρμογές της γνώσης, που θα βελτίωναν ουσιαστικά το μέλλον.

Τουλάχιστον της δικής του γνώσης, για το μέλλον όσων τον αφορούσαν.

Το ποτάμι στένευε, ωστόσο, και το νερό, στην κοίτη του, όλο και αυξανόταν. Μέσα σε λίγα χρόνια, οι πλημμύρες, για τους κατοίκους ανάμεσα σ’ αυτό και τις γραμμές,  έγιναν ετήσια διαδικασία ρουτίνας.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s