Μήνας: Μαρτίου 2011

Στην αποβάθρα (Από το «Πρωινό Ιντερσίτυ»)

Ο ποιητής έφτασε στο σταθμό νωρίς το πρωί. Αγόρασε εφημερίδες και παράγγειλε καφέ στην καντίνα. Η αποβάθρα ήταν γεμάτη ταξιδιώτες, που πήγαιναν στα χωριά τους για το Πάσχα.

Πολύ γεμάτη. Βάραινε. Από τη μονότονη επιστροφή.

Οργανωμένη με γενεών συνήθειες, η άνοιξη είχε ξεκάθαρο σχήμα. Μέσα του οι άνθρωποι –νυσταγμένα βλέμματα, γεμάτες τσάντες– έψελναν νοερά το τελετουργικό: όχι, ούτε και φέτος θα κάνουμε το μεγάλο βήμα. Ας μυρίζεις, Απρίλη, ας καλείς, η περιπέτεια αναβάλλεται. Για άλλη μια φορά επιστρέφουμε, πειθαρχικοί και φορτωμένοι, σαν τα μυρμήγκια, στα πάτρια.

Η άνοιξη ήταν κόκκινη μεταλλιζέ, στο χρώμα του ιντερσίτυ, κι είχε πεπερασμένο ορίζοντα: από το σταθμό της πόλης ως εκείνο του χωριού.

Για τους περισσότερους. Όχι για τον ποιητή.

Που από καιρό το υποψιαζόταν, μα από τότε που ξαναβρήκε τη Νάντια βεβαιώθηκε πως ούτε επιστροφή πουθενά, μα ούτε και ταξίδι προς το άγνωστο υπάρχει: τα λιγοστά ανοίγματα του σιδερόφραχτου κόσμου κρύβονται μονάχα στο νου του καθενός.

Κι επειδή η συνάντησή του με ένα τέτοιο άνοιγμα ήταν πρόσφατη, ο ποιητής ένιωθε την αποβάθρα ανάλαφρη.

Πήρε τον πρώτο καφέ της ημέρας και κάθισε σε ένα παγκάκι.

Μαρία (Από τους «Εθελοντές»)

Στην Πατησίων λιγοστοί οι διαβάτες και μια μυρωδιά καμένου πλανιόταν στην ατμόσφαιρα. Τα Goody’s ωστόσο ήταν ακόμα ανοιχτά.

«Είσαι για ένα χάμπουργκερ»; της πρότεινε.

Κάθισαν δίπλα στην τζαμαρία, σ’ ένα τραπέζι για δύο. Ο Χάρης πήρε τα χάμπουργκερ κι άρχισαν να τρώνε. Είπαν ένα δυο λόγια χωρίς σημασία, χαζεύοντας το αντιαμερικανικό πανό απέναντι, στα κάγκελα του Πολυτεχνείου. Έπειτα κάτι κρύο πέρασε από το στήθος του Χάρη: μια τρομακτική βεβαιότητα πως από αυτή τη νύχτα θα έμπαινε σ’ έναν κόσμο που θα τον σημάδευε για πάντα.

Στην πλατεία Βικτωρίας οι καφετέριες είχαν πια κλείσει και μόνο ένα μαγαζί με παγωτά και σάντουιτς διανυκτέρευε. Κάποιες σιλουέτες ωστόσο διακρίνονταν εδώ κι εκεί καθισμένες στα παγκάκια.

Έξω από την πολυκατοικία της, η Μαρία έλεγξε την αλυσίδα σ’ ένα ασημί βεσπάκι, δεμένο σ’ ένα δέντρο στο πεζοδρόμιο.

«Το άλογό μου», είπε στον Χάρη.

Ξανά το συναίσθημά του ότι σε λίγο θα έμπαινε σε ένα σύμπαν απειλητικό. Προς στιγμή είπε στον εαυτό του: Δεν είναι αργά, βάλ’ το στα πόδια. 

Μα η Μαρία είχε ήδη βγάλει τα κλειδιά από την τσέπη του μπουφάν της. Καθώς έγειρε ελαφρά το κεφάλι της, το φως της εισόδου φώτισε το μικρό σκουλαρίκι στην άκρη της μύτης της: μια τελίτσα που τόνιζε την αποφασιστικότητα στο λευκό της πρόσωπο.

«Εδώ μένω», είπε ξεκλειδώνοντας την εξώπορτα. «Έσύ;»

«Στα Εξάρχεια».

«Μόνος σου;»

Με τη μητέρα μου».

«Εγώ έχω φύγει». Και στη συνέχεια: «Θα ανέβεις για λίγο;»

Οι εθελοντές κυκλοφόρησαν το 2003 από τα Ελληνικά Γράμματα.

Η τοιχογραφία είναι βέβαια Αλέξανδρος (με Πάρη Κούτσικο στο lettering)

Στην αγορά (Από το «Πρωινό Ιντερσίτυ»)

Στην αγορά τροφίμων, ανατολικά από τις γραμμές, είχε φουντώσει το μεγάλο αλισβερίσι. Το χρηματιστήριο πατάτας και μαρουλιού αντηχούσε από φωνές κι ανέδινε οσμές απροσδιόριστες: ήταν η ώρα που οι έμποροι έκαναν χοντρό παιχνίδι.

Στην πίσω αυλή, έξω από τις στεγασμένες εγκαταστάσεις, ο Σοκόλ κουβαλούσε τελάρα. Ο Ντριτάν έσπρωχνε με τα δικά του στον ώμο, ο μικρός αδερφός του το ίδιο. Όλοι υπάκουαν αλαφιασμένοι σε διαταγές και οδηγίες από μεσάζοντες. Που ήταν, στα μάτια του Ντριτάν, και κυρίως του μικρού αδερφού του, γίγαντες. Τους φοβόταν.

Όχι όμως και ο Σοκόλ.

Για όποιον δεν τον ήξερε, το ύφος του Σοκόλ θα μπορούσε να περάσει για αναιδές. Το λιγότερο, για διαρκώς και αταίριαστα ανάλαφρο. Λεπτός και σβέλτος, με μακριά δάχτυλα, γυαλιά που του γλύκαιναν την όψη και γερά αποθέματα χιούμορ, ο Σοκόλ δεν φοβόταν –τους μεσάζοντες ή ο,τιδήποτε άλλο– γιατί ο νους του ήταν μονίμως αλλού. Ήταν, παρά την εντύπωση που ο ίδιος φιλότιμα μοχθούσε να δώσει, πέρα από τον κόσμο που του παρουσίαζαν για αληθινό.

Επειδή όμως αυτό που είχε στο νου του σχετιζόταν κάπως και με το σχολείο, ο Σοκόλ αυτή τη νύχτα θυμήθηκε ότι το σχολείο άνοιξε –τουλάχιστον για τους καθηγητές.

«Ε, Ντριτάν, χρωστάς μάθημα;»

«Όχι, ρε, τι μάθημα; Ο μικρός κάτι έχει μάθημα».

Ο μικρός αδερφός του Ντριτάν βρισκόταν εκείνη τη στιγμή σχεδόν πλακωμένος κάτω από ένα τελάρο.

«Ρε, άνοιξε το σχολείο, μάθημα, μαλάκα», έσπευσε να τον πληροφορήσει ο Ντριτάν, πριν το ξεχάσει κι αυτός μέσα στην αναμπουμπούλα της δουλειάς.

Ο μικρός μουρμούρισε κάτι  και κινήθηκε με δυσκολία για να αδειάσει το τελάρο εκεί όπου τον διέταξαν. Ο Ντριτάν τον κοίταζε, μην ξέροντας αν έπρεπε να επιμείνει. Δεν ήταν σίγουρος ότι ο μικρός τον είχε ακούσει.

Έπειτα στράφηκε προς τον Σοκόλ. Μα απομακρύνθηκε χωρίς να τον ενοχλήσει: ο Σοκόλ είχε κοντοσταθεί μέσα στη φασαρία, κι αν τον πρόσεχε λίγο κανείς, θα τον έβρισκε ανεπιφύλακτα εκείνη τη στιγμή πολύ όμορφο.

Είχε κοντοσταθεί και κοίταζε πέρα από την αυλή και τα φώτα της αγοράς.  Προς ένα σημείο όπου κανείς, όσο προσεκτικά κι αν ακολουθούσε το βλέμμα του, δεν θα διέκρινε τίποτα: ο ορίζοντας κλεινόταν ερμητικά από φορτηγά, τελάρα και γιωταχί. Από παραγωγούς, κουβαλητές και μεσάζοντες.

Ο Σοκόλ έβλεπε με το νου του το τρένο.

Έβλεπε κι άκουγε το εμπορικό που περνούσε κάθε βράδυ με τα βαγόνια του γεμάτα. Ήξερε πως περνούσε τα σύνορα και συνέχιζε για πολλά χιλιόμετρα, διασχίζοντας σκοτεινές εκτάσεις. Και τσαντιζόταν που δεν ήταν μέσα.

Ο Σοκόλ, στα δεκαοχτώ του, τσαντιζόταν συχνά με τον κόσμο που του παρουσίαζαν για αληθινό.

 

(Κυκλοφορεί από την Εστία)

Νάντια (Από το «Πρωινό Ιντερσίτυ»)

Παραλία, στην πόλη του βορρά: οι καφέδες –αυτοί που χτυπιόνταν με το κουταλάκι επί δεκάλεπτο, να γίνουν κρέμα πριν δεχτούν το νερό– μοσχομύριζαν στις σάλες, κάτω από φώτα διαθλασμένα στη βροχή.

Όταν έβρεχε.

Γιατί όταν δεν έβρεχε, καφέδες και πελάτες, με τα κουταλάκια στα χέρια, μεταφέρονταν στο πεζοδρόμιο. Κι όταν ο καιρός γλύκαινε, ο ζεστός καφές έδινε τη θέση του στο φραπέ και τα κουταλάκια στα καλαμάκια.

Που εκείνα τα χρόνια δεν λύγιζαν από τη μια τους άκρη.

Τίποτα δεν λύγιζε εκείνα τα χρόνια. Ούτε η Νάντια, στα είκοσι, όρθια πλάι στη θάλασσα με τον αέρα να θαμπώνει τη μορφή της, να την ενσωματώνει στο φως. Ήταν ένα πλάσμα όλο ίνες, που έφερνε στο νου τραγούδια για ταξίδια κόντρα στον άνεμο.

Εκτός από το νου του ποιητή. Εκεί έφερνε τη γοργόνα. Του παραμυθιού. Με τα ψεύτικα πόδια, που πονούσαν πολύ σε κάθε βήμα. Που τα φόρεσε για να συναντήσει το πριγκιπόπουλο κι έκρυβε το μυστικό της με το γέλιο. Ένα γέλιο ανάλαφρο μέταλλο, τυλιγμένο στην πάχνη του πρωινού ή απόμακρο, απλωμένο ψηλά πάνω από την πόλη και την παραλία.

Όσο για το πριγκιπόπουλο, δεν ήταν βέβαια ο ποιητής –ποτέ δεν γίνεται έτσι. Ήταν ο δραστήριος φοιτητής που σκάρωνε δεκάδες μέτρα πανό και μετρούσε κάλπες με ψήφους. Που πέρασε, στα τέσσερα χρόνια των σπουδών, από όλες τις βαθμίδες της μεγαλύτερης, τότε, νεολαίας. Που ήταν ευφυολόγος κι ευφραδής. Που έφτιαχνε πλάνα και προγράμματα για τον καινούργιο κόσμο. Το πριγκιπόπουλο το έλεγαν Μηλόπουλο και κοιμόταν κάθε βράδυ με τη Νάντια.

Επί τέσσερα χρόνια ο ποιητής –που τότε ακόμα δεν ήταν ποιητής– άκουγε τα λόγια του Μηλόπουλου. Λόγια ανεξάντλητα, διανθισμένα με στίχους, τσιτάτα κι ανέκδοτα. Λόγια που εκτοξεύονταν κυρίως επάνω στη Νάντια, κι ο ποιητής τα έξυνε διαρκώς από την εικόνα της, για να την αφήσει και πάλι καθαρή, την ώρα που εκείνη πήγαινε για ύπνο.

Με τον Μηλόπουλο.

Ώσπου μια νύχτα την είδε να λάμπει παράξενα κι ένιωσε ακόμα μεγαλύτερο πόνο. Γιατί δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί έλαμπε, κι αυτό ήταν πιο οδυνηρό κι από τον Μηλόπουλο.

Το βιβλίο κυκλοφορεί από την Εστία

(Το εικαστικό είναι Enki Bilal)

Λεωφόρος Ιωνίας (Από το «Μαχαίρι στην μπότα»)

Στη λεωφόρο Ιωνίας ήταν διάχυτη η γοητεία του τρένου. Ο ηλεκτρικός πέρναγε από Πατήσια, Άγιο Νικόλαο κι έφτανε Αττική, στην επιφάνεια της γης, ενώ κατά διαστήματα γέφυρες ένωναν τις δύο όχθες. Η άλλη όχθη ήταν η μαγική, αυτή που πήγαινε κάτω, προς έναν άγνωστο κόσμο με χιλιάδες προοπτικές. Διασχίζαμε τη γέφυρα μιλώντας και γελώντας και κάναμε κύκλο για να ξανανέβουμε από την άλλη.  Αν είχαμε σχολάσει στο πεντάωρο, ο χρόνος κλεβόταν απ’ το σπίτι για να δοθεί στη βόλτα του σούρουπου.

Το σούρουπο στη λεωφόρο Ιωνίας άνοιγε αργά και μας χώνευε τρυφερά στους κόλπους του. Τα χαμηλά σπιτάκια στις παλιές γειτονιές ξεδίπλωναν ήχους, αρώματα και χρώματα ρόδινα ή βιολετιά, ανάμεσα σε σκιές από πόρτες, αυλότοιχους και δέντρα του δρόμου ή των κήπων. Οι μουριές ήταν τον περισσότερο καιρό φουντωμένες, η αγκαλιά τους έσκυβε από πάνω μας, μα εμείς, παιδιά της πόλης, δεν είχαμε μάθει να τη χαιρόμαστε. Οι αμυγδαλιές και οι κερασιές μάς ήταν πιο γνωστές, από τα χρώματα που χάιδευαν νωρίς την άνοιξη τα βλέμματά μας. Αλλά πιο πολύ, παιδιά των αστικών σπιτιών και της κλειστής αυλής, αγαπούσαμε  ό,τι γνωρίζαμε: το γιασεμί και τις γαρδένιες, τα γεράνια και τα τριαντάφυλλα, τα γαρίφαλα και τους βασιλικούς. Συχνά, περνώντας από κάποιες γνωστές μας αυλές, απλώναμε το χέρι να κόψουμε, ο Διονύσης να προσφέρει μια γαρδένια στη Χριστίνα. Πηγαίναμε σε τακτικό σχηματισμό: η Ηρώ κι εγώ μπροστά, πίσω το ζευγάρι, στη άκρη, μόνη κι απόμακρη, η Σόφη. Ποτέ δεν έκοβε λουλούδια. Η μανία της εκείνη τη χρονιά ήταν να ψάχνει για αδέσποτα γατάκια, που τα κουβάλαγε στο σπίτι της, τα περιέθαλπε κι ύστερα γύρευε τη ζωόφιλη συμμαθήτρια που θα τα υιοθετούσε -όχι πάντα μ’ επιτυχία, κι ο αριθμός των γατιών στο σπίτι της είχε αυξηθεί παρανοϊκά.

Στα στενά απ’ όπου κάναμε τους κύκλους για να ξαναβγούμε στη λεωφόρο του τρένου, γυναίκες κάθονταν στις πόρτες, και μερικές μας καλησπέριζαν ζεστά -«Γεια σας κορίτσια, καλώς τα παιδιά»- χωρίς να μας γνωρίζουν, σαν κάποιο παλιό τους καημό ν’ αναδεύαμε στις καρδιές τους με το πέρασμά μας. Όταν ο καιρός ήταν γλυκός, μικρές ομάδες παιδιών έπαιζαν στους δρόμους εδώ κι εκεί, σαν κινούμενα μπουκετάκια ή σαν αυτοσχέδια, φάλτσα χορικά, ενώ μόνιμη ήταν η παρουσία ανθρώπων που σιγοκουβέντιαζαν στα ψιλικατζίδικα και τις μικρές ταβέρνες. Σε μια τέτοια ταβερνούλα -δυο άντρες μπροστά στο ξύλινο τραπέζι, πάνω του ένα μπακιρένιο κρασοπότηρο, στο άνοιγμα της πόρτας δεν ήξερα αν έβλεπα τη βαθιά τους μοναξιά ή τη βαθιά τους αγάπη- πρωτάκουσα Στου Μπελαμή το ουζερί. Εμείς στην παρέα τότε δεν ακούγαμε ελληνικά, δεν ξέρω πώς μου καρφώθηκε η εικόνα με τη μουσική της μαζί, κι έτρεξα την άλλη μέρα να πάρω το δίσκο.

Το Μαχαίρι στην μπότα κυκλοφόρησε το 1997 από τον Οδυσσέα. Δεν θα επαναδημοσιευθεί ολόκληρο, ηλεκτρονικά ή έντυπα, γι΄αυτό απολαύστε τα αποσπάσματα!

Ερωτικό ΙΙ (Από το «Πρωινό Ιντερσίτυ»)

Στο κρεβάτι του ξενοδοχείου, κρατώντας την με τον κορμό όρθιο, σαν συνέχεια του –ξαπλωμένου– δικού του, ο ποιητής ένιωσε  πως, ενώ η λάμψη της δεν ήταν, πια, μυστήριο, η ομορφιά παρέμενε ανεξήγητη.

Όπως και η δική του εμμονή να την εξηγήσει.

Την τράβηξε επάνω του και την κράτησε σφιχτά. «Δεν ξέρω γιατί το κάνω αυτό», ψιθύρισε. «Συνέχεια…δεν ξέρω».

Του χάιδεψε το πρόσωπο. Δεν ήταν ποιήτρια, καταλάβαινε όμως.

Και συμφωνούσε με τον Άγγελο. Που της είχε πει ότι, ενώ τα ίδια τα ποιήματα δεν του άρεσαν, και μάλλον τα βαριόταν, οι ποιητές, αντίθετα, του άρεσαν πολύ.

Επειδή, διαρκώς κι επίμονα, πάσχιζαν να κοινοποιήσουν τα βαθιά. Τα κρυμμένα. Κρατώντας έτσι, για χάρη όλων, πεισματικά ανοιχτό το πέρασμα «από το σκοτάδι στο φως».

 

Έτσι είπε η Νάντια ότι είπε ο Άγγελος. Μα ο ποιητής ένιωσε πως του έλεγε «σε καταλαβαίνω. Θα σε συγχωρήσω αν φύγεις».

Δεν ήξερε αν θα έφευγε. Η τρυφερότητά του ήταν απέραντη, η χαρά της συνύπαρξης, μετά από τόσα χρόνια, επίσης. Κι όμως, δεν ήξερε αν θα έφευγε.

Την έσφιξε ξανά κι άρχισε να τη χαϊδεύει. Τα γύψινα του ταβανιού σχημάτιζαν γύρω της φωτοστέφανα.

Τη στήριξε, πάλι, με τον κορμό της όρθιο, απαλά. Καθώς, στο σκίρτημά της, τα μάτια του έκλεισαν, τα  φωτοστέφανα έγιναν λέξεις.

Ο πίνακας είναι Ρόυ Λιχτενστάιν

Ερωτικό (Από το «Πρωινό Ιντερσίτυ»)

Η άνεση με την οποία της έκανε έρωτα τον εξέπληξε. Σκεπτόμενος, αμέσως μετά, ότι οι μόλις βιωμένες στιγμές δεν έμοιαζαν με τίποτα από ό,τι είχε φανταστεί, εντόπιζε, ταυτόχρονα, την απροσδόκητη ουσία τους: μια απίστευτη, βαθιά και απροκάλυπτη οικειότητα. Σαν από πάντα να ήταν μαζί.

Σαν να γεννήθηκαν μαζί.

Οικειότητα που του επέτρεψε να φερθεί διεκδικητικά –σαν να την τιμωρούσε για τη στέρηση τόσων χρόνων– και συγχρόνως να υποταχθεί  με τον τρόπο που μόνο ο άντρας –από τους δυο, αυτός που αναγκαστικά τσακίζεται– μπορεί.

Όσο για τη Νάντια, η έκπληξη ήρθε κυρίως από το γεγονός ότι καθόλου δεν ένιωσε να διορθώνει μια παράλειψη. Αυτού που, κανονικά, ήταν να συμβεί πριν χρόνια.

Αντίθετα, ένιωσε πως τα πράγματα ήρθαν ακριβώς όπως έπρεπε: μετά από χρόνων διάχυτες μνήμες, που την εμπόδιζαν να αγαπήσει ενεργά, αφηνόταν, επιτέλους, με σιγουριά, στην παρούσα συγκίνηση. Που τώρα μπορούσε να απολαύσει.

Τα ξημερώματα λύθηκε σε ένα βουβό, παρατεταμένο κλάμα. Όσο εκείνη έκλαιγε, ο ποιητής, ιδρωμένος, τρόμαζε από τους χτύπους αυτού που νόμιζε καρδιά του: έβγαιναν από το σώμα της και ηχούσαν σε όλο το δωμάτιο.

Ο πίνακας είναι Ρόυ Λιχτενστάιν