Μαρία (Από τους «Εθελοντές»)

Δεν χρειάστηκε παρά λίγες μόνο μέρες για να βεβαιωθεί ότι η Μαρία θα συνέχιζε να αποτελεί γι’ αυτόν αίνιγμα. Ούτε η γλώσσα τον βοηθούσε να την καταλάβει: σπάνια τα λόγια της εξέφραζαν πλήρως τη σκέψη της.

Ακόμα και το σώμα της, οι πιο απλές κινήσεις της, ήταν συχνά αναπάντεχα ξένα. Εκεί που έμοιαζε εύθραυστη, έτοιμη να σπάσει, να χαθεί, ξαφνικά μάζευε δύναμη κι ενέργεια τόση, ώστε ο Χάρης νόμιζε πως θα έδινε μια με το χέρι της και θα έσπαγε το γραφείο και τα καβαλέτα της, ή θα εκτινασσόταν και θα περνούσε μέσα από τον τοίχο.

Η πιο απρόσμενη αποκάλυψη ωστόσο, που του προξενούσε τη μεγαλύτερη αμηχανία, ήταν η στάση της μπροστά στα πρακτικά προβλήματα της ζωής.

Η νεράιδα του επιδιδόταν σε συνεχή αγώνα να είναι μεθοδική κι οργανωμένη: μουντζούρωνε διαρκώς σημειώσεις στην ατζέντα της, έστηνε πλάνα για την καριέρα της κι έκανε δημόσιες σχέσεις. Όλο βρισκόταν σε αναπάντεχα ραντεβού, διασχίζοντας την πόλη με το ασημί βεσπάκι της προς όλες τις κατευθύνσεις, και ακυρώνοντας την τελευταία στιγμή τις συναντήσεις με τον Χάρη. Όταν τελικά συναντιόνταν, μιλούσε ακατάπαυστα για καινούργιες προοπτικές.

Για τη δουλειά της.

Για τους εθελοντές.

Για διάφορες, από δω κι από κει, γνωριμίες.

Μια φορά πήγε στο γραφείο της να τη βρει. Μια φορά μόνο: κι εκεί ακόμα, η Μαρία ερχόταν κι έφευγε, ενσωματωμένη στο ρυθμό της πόλης, που τη ρουφούσε στο λεπτό. Ο Χάρης στάθηκε στην είσοδο του κτιρίου που στέγαζε το γραφείο και την κοίταζε, καθώς απομακρυνόταν με το βεσπάκι της: μια φευγαλέα λάμψη στην κίνηση του πρωινού, ανάμεσα στους αργοκίνητους όγκους των τρόλεϊ.

Όχι ότι δεν ζητούσε τη γνώμη του για όσα την απασχολούσαν. Αλλά δεν φαινόταν να την υπολογίζει.

Συνήθως φλυαρούσε αφηρημένα, μόλις τον συναντούσε στην είσοδο της πολυκατοικίας. (Αρνιόταν επίμονα να του δώσει κλειδιά). Ή την ώρα που παρκάριζε το βεσπάκι, και σχεδόν κουλουριαζόταν δίπλα στη ρόδα για να δέσει την αλυσίδα στο δέντρο.

Ή μέσα στο σπίτι, την ώρα που έβγαζε βιαστικά τα ρούχα της. Ή που έμπαινε στο μπάνιο κι άνοιγε το ντους.

Και το χειρότερο ήταν ότι άλλαζε σχέδια κάθε τόσο. Απέρριπτε τα προηγούμενά της -που ο Χάρης μόλις είχε καταφέρει να ενστερνιστεί- και υιοθετούσε καινούργια. Κι ο Χάρης έπρεπε να την ακολουθήσει από την αρχή.

Σύντομα έπαψε να την ακούει: έβαζε μουσική -είχε φέρει από το σπίτι του τα αγαπημένα του σιντί- κι έφτιαχνε υπόκρουση της αρεσκείας του για το λαχανιασμένο χορό της: όταν, μετά το ντους, φώτα αναβόσβηναν πάνω από τελάρα, σκίτσα έμεναν μισοτελειωμένα κι εκρήξεις της καλλιτεχνικής της φύσης τον αποσβόλωναν.

«Οι εθελοντές»  κυκλοφορούν από τα «Ελληνικά Γράμματα»

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s