Μήνας: Δεκέμβριος 2010

Μαρία (Από τους «Εθελοντές»)

Δεν χρειάστηκε παρά λίγες μόνο μέρες για να βεβαιωθεί ότι η Μαρία θα συνέχιζε να αποτελεί γι’ αυτόν αίνιγμα. Ούτε η γλώσσα τον βοηθούσε να την καταλάβει: σπάνια τα λόγια της εξέφραζαν πλήρως τη σκέψη της.

Ακόμα και το σώμα της, οι πιο απλές κινήσεις της, ήταν συχνά αναπάντεχα ξένα. Εκεί που έμοιαζε εύθραυστη, έτοιμη να σπάσει, να χαθεί, ξαφνικά μάζευε δύναμη κι ενέργεια τόση, ώστε ο Χάρης νόμιζε πως θα έδινε μια με το χέρι της και θα έσπαγε το γραφείο και τα καβαλέτα της, ή θα εκτινασσόταν και θα περνούσε μέσα από τον τοίχο.

Η πιο απρόσμενη αποκάλυψη ωστόσο, που του προξενούσε τη μεγαλύτερη αμηχανία, ήταν η στάση της μπροστά στα πρακτικά προβλήματα της ζωής.

Η νεράιδα του επιδιδόταν σε συνεχή αγώνα να είναι μεθοδική κι οργανωμένη: μουντζούρωνε διαρκώς σημειώσεις στην ατζέντα της, έστηνε πλάνα για την καριέρα της κι έκανε δημόσιες σχέσεις. Όλο βρισκόταν σε αναπάντεχα ραντεβού, διασχίζοντας την πόλη με το ασημί βεσπάκι της προς όλες τις κατευθύνσεις, και ακυρώνοντας την τελευταία στιγμή τις συναντήσεις με τον Χάρη. Όταν τελικά συναντιόνταν, μιλούσε ακατάπαυστα για καινούργιες προοπτικές.

Για τη δουλειά της.

Για τους εθελοντές.

Για διάφορες, από δω κι από κει, γνωριμίες.

Μια φορά πήγε στο γραφείο της να τη βρει. Μια φορά μόνο: κι εκεί ακόμα, η Μαρία ερχόταν κι έφευγε, ενσωματωμένη στο ρυθμό της πόλης, που τη ρουφούσε στο λεπτό. Ο Χάρης στάθηκε στην είσοδο του κτιρίου που στέγαζε το γραφείο και την κοίταζε, καθώς απομακρυνόταν με το βεσπάκι της: μια φευγαλέα λάμψη στην κίνηση του πρωινού, ανάμεσα στους αργοκίνητους όγκους των τρόλεϊ.

Όχι ότι δεν ζητούσε τη γνώμη του για όσα την απασχολούσαν. Αλλά δεν φαινόταν να την υπολογίζει.

Συνήθως φλυαρούσε αφηρημένα, μόλις τον συναντούσε στην είσοδο της πολυκατοικίας. (Αρνιόταν επίμονα να του δώσει κλειδιά). Ή την ώρα που παρκάριζε το βεσπάκι, και σχεδόν κουλουριαζόταν δίπλα στη ρόδα για να δέσει την αλυσίδα στο δέντρο.

Ή μέσα στο σπίτι, την ώρα που έβγαζε βιαστικά τα ρούχα της. Ή που έμπαινε στο μπάνιο κι άνοιγε το ντους.

Και το χειρότερο ήταν ότι άλλαζε σχέδια κάθε τόσο. Απέρριπτε τα προηγούμενά της -που ο Χάρης μόλις είχε καταφέρει να ενστερνιστεί- και υιοθετούσε καινούργια. Κι ο Χάρης έπρεπε να την ακολουθήσει από την αρχή.

Σύντομα έπαψε να την ακούει: έβαζε μουσική -είχε φέρει από το σπίτι του τα αγαπημένα του σιντί- κι έφτιαχνε υπόκρουση της αρεσκείας του για το λαχανιασμένο χορό της: όταν, μετά το ντους, φώτα αναβόσβηναν πάνω από τελάρα, σκίτσα έμεναν μισοτελειωμένα κι εκρήξεις της καλλιτεχνικής της φύσης τον αποσβόλωναν.

«Οι εθελοντές»  κυκλοφορούν από τα «Ελληνικά Γράμματα»

Το πουπουλένιο μαξιλάρι της μόρφωσης (Από το «Πρωινό Ιντερσίτυ»)

Το επόμενο βράδυ, μετά το σχολείο, η ομάδα πήγε για «έρευνα» και στο φαστφούντ. Ήταν ασφυκτικά γεμάτο κι η Νάντια είχε την ίδια αίσθηση συγκροτημένης κοινωνίας, όπως στην αγορά.

Μόνο που εδώ, αντίθετα από ό,τι εκεί, αμέσως διαισθάνθηκε το πλούσιο φάσμα συναισθημάτων, αυτό που χαρακτήριζε τον κόσμο ανάμεσα στο ποτάμι και τις γραμμές -και που εδώ εκδηλωνόταν με ποικίλους τρόπους.

Με τις ματιές και τις εκφράσεις. Με τις αμφιέσεις.

Με λεπτομέρειες των κινήσεων.

Με το χιούμορ.

Μόνο στη γλώσσα – όποτε δεν συνδυαζόταν με τα παραπάνω – το φάσμα αυτό της φάνηκε φτωχά διατυπωμένο: ήταν αδούλευτη γλώσσα, μια αυθαίρετη υπόκρουση. Το πολύ να άγγιζε επιπόλαια τα πιο κοινά συναισθήματα.

Οι κουβέντες ήταν για τα καθημερινά: το πρωτάθλημα, ένα αυτοκίνητο που χάλασε, ένα τηλεοπτικό σήριαλ. Ελάχιστες ήταν στοιχειωδώς θεωρητικές. Με το χειρισμό των όρων τους, μάλιστα, συχνά λανθασμένο.

Και να που ακριβώς αυτή τη σχεδόν τυχαία γλώσσα ένιωσε η Νάντια ως το μεγάλο εμπόδιο ανάμεσα στην ίδια και τον κόσμο του φαστφούντ.

Κάτι παραπάνω. Την ένιωσε ως παγίδα: οι αδρές, ανεπεξέργαστες λέξεις –που δεν είχαν σκοτώσει τελείως το πράγμα που τις γέννησε, ή που ο φόνος του ήταν ακόμα φρέσκος– θα μπορούσαν, σε άλλες συνθήκες, να γίνουν κοφτερές. Μαχαίρια.

Προσπάθησε φιλότιμα να νιώσει, πέρα από τις λέξεις, κάτι από την αύρα της ένωσης. Από τις διαθέσεις και τις επιθυμίες. Την αρμονία και τους φόβους.

Προσπάθησε πολύ, μα δυσκολευόταν: αγνοούσε τον κώδικα.

 

Και τότε συνέβη. Μέσα στη ζεστασιά της σάλας. Συνέβη μόλις μίλησε ο Άγγελος.

Όχι αμέσως μόλις μίλησε, σε λίγο. Καθώς την έβαλε σιγά σιγά στην κουβέντα, μιλώντας τη γλώσσα της και αρχίζοντας να την πλέκει με τη γλώσσα των άλλων. Λέξη τη λέξη, φράση τη φράση, δομή τη δομή. Σε προτάσεις που την ενάργεια και τη ζωντάνια τους η Νάντια για πρώτη της φορά συναντούσε.

Δεν ήταν που ο Άγγελος εκείνη τη στιγμή ήταν ο μόνος με τον οποίο μπορούσε να κουβεντιάσει. Πολύ λιγότερο δεν ήταν που λειτούργησε ως μεσολαβητής ανάμεσα σε αυτήν και στον κόσμο του φαστφούντ.

Αυτό που αναπάντεχα συνεπήρε τη Νάντια –που, σαν αποκάλυψη, το ένιωσε για πρώτη φορά στη ζωή της–  ήταν η απόλαυση της επικοινωνίας ανάμεσα σε ανθρώπους  που μπορούν να σκεφτούν θεωρητικά. Που σε δύσκολες στιγμές ακουμπάνε μαζί σ’ ένα πουπουλένιο μαξιλάρι, αιωρούμενο πάνω από τον κόσμο των μη προνομιούχων: το πουπουλένιο μαξιλάρι της μόρφωσης.

Κατάλαβε τότε πως τα πράγματα που έκανε από μικρή –Δημοτικό, Γυμνάσιο, Πανεπιστήμιο– δεν την είχαν μονάχα στουπώσει. Απλώς περίμεναν την ώρα να δείξουν τα δώρα τους. Μακριά από Μηλόπουλους, σεμινάρια και εργασίες. Στη συνάντησή τους με κάποιον που ήξερε τι να ζητήσει από αυτά.

Προς στιγμήν ένιωσε ευτυχία, μαζί κι ευγνωμοσύνη. Έπειτα, απόμακρο αλλά σαφές, διαφάνηκε το ερώτημα:

Ο Άγγελος μιλούσε και τις δύο γλώσσες. Αν χρειαζόταν, αυτός θα της έδειχνε τον τρόπο να μιλήσει και την άλλη. Τη γλώσσα των πραγμάτων, την κοφτερή.

Θα χρειαζόταν;

(Η φωτογραφία είναι από την έκθεση με τις αγελάδες-θυμάστε; Η συγκεκριμένη ήταν έξω από τον Ελευθερουδάκη)