Μήνας: Φεβρουαρίου 2010

Αθώα διαφθορά (Από το «Μαχαίρι στην μπότα»)

…Στην εποχή μας οι μάζες νιώθουν ότι ανεβαίνουν εύκολα, χωρίς να έχει αντίκρισμα σε ανθρωπιά αυτή η κάλπικη επιταγή. Όταν το κατορθώνουν λοιπόν νομίζουν ότι έχουν κάνει κάτι πολύ σπουδαίο. Αν μάλιστα είναι και φτωχοί στο ξεκίνημά τους, ή μέτριοι στο μυαλό και βασανίζονται για να πάρουν ένα πτυχίο, ή εργαζόμενοι φοιτητές, αντί να αποχτήσουν συνείδηση της αξίας των αγώνων τους, αποχτούν ψευδή συνείδηση της αξίας του εαυτού τους. Είναι οι μοναχικοί ήρωες μπροστά στον καθρέφτη. Καμιά ευθύνη, καμιά ελευθερία, καμιά αίσθηση του άλλου. Στο μοναχικό αγώνα έξω από την κοινότητα η αίσθηση του άλλου έχει χαθεί. Θάβουν τα συμπλέγματα και τις ενοχές τους και δεν παραδέχονται την πιο απλή αλήθεια: Ότι στην ίδια θέση με αυτούς βρίσκονται χιλιάδες άλλοι, ότι χρειάζεται εντιμότητα για να συνυπάρξεις κι ότι η εντιμότητα καλλιεργείται στα μικρά και καθημερινά, στο σπίτι, στο ζευγάρι, στις σχέσεις με τα παιδιά, τους φίλους, το συνάδερφο.

Στα χρόνια της παρακμής όλοι αυτοί έγιναν οι μεγάλοι καταναλωτές, η κινητήρια δύναμη της παραοικονομίας μας. Ντύθηκαν με τα προϊόντα της τηλεόρασης, αυτοκίνητα, τριώροφες μεζονέτες, ρούχα και φερσίματα των σταρ, κι έγιναν αστείες μαριονέτες, που επιβάλλουν την ασυνείδητη, αθώα διαφθορά τους παντού, με σοβαρότητα, αυτοπεποίθηση και αφέλεια που σκοτώνει, πολλές φορές κυριολεκτικά: οδηγούν άσχετα, μπαζώνουν τα ρέματα μιας πόλης ξένης, καίνε τα δάση μιας επαρχίας ξένης. Ερωτεύονται και κάνουν παιδιά στην τύχη, ψηφίζουν, ζουν και πεθαίνουν στην τύχη. Οι μεγάλοι, η εξουσία, θα έτριβαν τα χέρια τους στην αρχή, αλλά μετά θα ψιλοφοβήθηκαν: αυτά τα απρόβλεπτα πλάσματα μπορεί να γίνονταν μπούμερανγκ, να μας κατέστρεφαν όλους.

Το Μαχαίρι στην μπότα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Οδυσσέας το 1997. Ως τρόπος γραφής δεν με αντιπροσωπεύει πια, αλλά ως περιεχόμενο ..δυστυχώς αποδεικνύει μαζί με τα αδερφάκια του (τα άλλα μου βιβλία) γιατί δεν μπορώ να …»πετύχω»  ως συγγραφέας: είμαι μπροστά από την εποχή μου, γαμώτο!!

υ.γ.: Κανείς δεν είναι μπροστά από την εποχή του -γιατί πώς τα σκέφτεται αυτά; Η εποχή τού τα δίνει. Απλώς, οι άλλοι μένουν πίσω!

υγ2: Χιούμορ κάνω εννοείται!

Η φωτό από παλιότερη installation του Αλέξανδρου Βασμουλάκη

Οι λέξεις και η αγάπη (Από το «Πρωινό Ιντερσίτυ»)

Καθώς το τρένο ανέβαινε τη ραχοκοκαλιά της χώρας, το μυαλό του ποιητή έχανε βάρος και γινόταν ευκίνητο. Η ελαφράδα και μαζί η ένταση, το άνοιγμα του ορίζοντα και η δύναμη της καθαρής ματιάς διεύρυναν σταδιακά την αντίληψή του. Προνομιούχος και μεγαλόπρεπος διέσχιζε τη φύση μέσα σε ένα θεωρείο: ο ποιητής, οριστικά και από καιρό, δεν ανήκε στη φύση.

Ανήκε στη λέξη.

 Κι εκείνη ακριβώς τη στιγμή, φτάνοντας στο απόγειό της, η σχέση του και μ’ αυτήν ακυρώθηκε. Ή μεταβλήθηκε δραματικά: όπως το ιντερσίτυ άφηνε πίσω του μια σκιερή κοιλάδα κι έβγαινε πάλι στην απλωμένη γη, ο ποιητής είδε τα ποιήματά του –όλα τα άγραφα ποιήματα– τελειωμένα: ένα σύνολο γεμάτο αρμονία, γλυκύτατα πράσινα και απαλά μοβ και καφέ σ’ ένα φόντο καθαρό σαν τον παράδεισο.

Σε μια ενότητα καλύτερη από την αρχική.

Και κατάλαβε τότε ότι ο τρόπος σύλληψης του κόσμου δεν μπορεί παρά να είναι για τον καθένα μοναδικός. Μετά τα πρώτα βήματα, καμιά προηγούμενη ποίηση δεν βοηθάει. Το ατομικό τοπίο πρέπει να ολοκληρωθεί με τους δικούς του νόμους.

Οι λέξεις βέβαια είναι κοινές. Αναγκαστικά. Με αυτές ποιητές και αναγνώστες πορεύονται. Όπως μπορούν. Η γλώσσα; Ναι, σημαντικό. Αλλά δεν είναι το κύριο.

Η Νάντια ήταν το κύριο.

Άλλωστε τα ποιήματά του δεν χρειάζονταν παρά μόνο μια λέξη.

Γιατί πώς αλλιώς να της το έλεγε; Πώς να της εξηγούσε κάτι από τη συμπάθεια, τη στοργή, το ενδιαφέρον; Πόσο σαφής μπορούσε να γίνει απέναντί της;

Όταν ήταν παιδί κοιτούσε το διάστημα κι ένα αστέρι στον ορίζοντα. Υπήρχε αρκετή σαφήνεια σε αυτό.

Αργότερα άρχισε τους πειραματισμούς. Με μια γραφή-φόβο θανάτου, ταγμένη να νοηματοδοτεί την απουσία της.

Τώρα όμως ό,τι φράσεις και να συνδύαζε δεν έμοιαζαν παρά με λεπτό επίστρωμα από ηχητικά σημεία. Έστω με σύνολο κυματισμών που μετέβαλλαν απαλά την εντύπωση, μα άφηναν τον πυρήνα αμετάβλητο: ό,τι και να έγραφε ο ποιητής, δεν ήταν παρά επιφανειακή δομή του «σ’ αγαπώ».

 Το Πρωινό Ιντερσίτυ κυκλοφορεί από την Εστία

Ομόνοια-Εξάρχεια (από τους «Εθελοντές»)

Τα φαστφουντάδικα της πλατείας, οι φούρνοι με το φρέσκο ψωμί και τα περίπτερα τα σκεπασμένα από πάνω μέχρι κάτω με το διεθνή Τύπο βρίσκονταν στο φόρτε τους. Μουσικές αντηχούσαν από ηχοσυστήματα αυτοκινήτων, σταθμευμένων πρόχειρα για έναν καφέ των οδηγών σε πλαστικό κυπελλάκι. Τα ταξί έρχονταν κι έφευγαν σαν ένα κίτρινο λούνα παρκ, σε μια αδιάκοπη κυκλική κίνηση, κι ανάμεσα στις συντροφιές άντρες μόνοι στέκονταν με την πλάτη στον τοίχο πλάι σε κάδους απορριμμάτων, όπου σε λίγο θα πετούσαν φρόνιμα το χαρτί από το σάντουιτς που έτρωγαν.

Στην αρχή της οδού Αθηνάς κάποιος ήταν ξαπλωμένος μέσα σε ένα χαρτόκουτο. Δίπλα του ένα σκυλί ανασήκωνε το κεφάλι προς τους ανθρώπους. Πρεζάκια κινούνταν σαν να μην πατούσαν στη γη, μιλούσαν μόνο μεταξύ τους και τα μάτια τους έβλεπαν μονάχα τους ομοίους τους. Τέλος μετανάστες χάζευαν όλο αυτό τον κόσμο, καθισμένοι παρέες παρέες στα πεζούλια γύρω από τα παρτέρια. Κι αν στο κέντρο της πλατείας η προοπτική του χώρου ήταν χαμένη λόγω των έργων του μετρό, η προοπτική του χρόνου ήταν ακόμα παρούσα: πίσω από τις φωτεινές ταμπέλες του ΝΕΟΝ, του Έβερεστ και των άλλων αλυσίδων κοιμούνταν τα μέγαρα με τα σκαλιστά κουφώματα και τα κάγκελα – κομψοτεχνήματα στα μπαλκόνια.

Ψηλά, γύρω από το σκοτάδι, σε κυκλικό σχηματισμό οι επιγραφές: Athens Acropol Grecotel, Omonia Grand Hotel, Hotel la Mirage, Hondos Center. Το κορίτσι της γιγαντοαφίσας που σκέπαζε και τους δέκα ορόφους του πολυκαταστήματος χαμογελούσε στον Χάρη. Κοίταξε μπροστά του: είχε φτάσει στο κιόσκι με τις εφημερίδες και τα περιοδικά. Όχι σε ένα οποιοδήποτε αλλά στο αγαπημένο του, αυτό μεταξύ Σταδίου και Αθηνάς, δίπλα στο σαντουιτσάδικο της επώνυμης αλυσίδας όπου υπάλληλοι με κόκκινες στολές σερβίριζαν με ταχύτητα σάντουιτς, πίτες, κομμάτια φρέσκιας τούρτας και παγωτά σε όλες τις γεύσεις. Από εδώ ξεκινούσε συνήθως την τελετουργία του.

Στάθηκε μπροστά στη βιτρίνα με τα παγωτά. Μια νεαρή υπάλληλος, μάλλον καινούργια γιατί δεν την είχε ξαναδεί, φορώντας την κόκκινη στολή της σερβίριζε επιδέξια και χαμογελαστή τους πελάτες. Όσο περίμενε τη σειρά του ο Χάρης την κοίταζε και σκεφτόταν πως αν και συνομήλική του ανήκε σε έναν κόσμο διαφορετικό: τον κόσμο των σκληρά εργαζόμενων. Και πως μάλλον δεν θα σκεφτόταν παρά τα παγωτά της και κανένα τραγουδιστή γλυκανάλατο. «Κρέμα σοκολάτα, κυπελλάκι», της είπε. «Με τρούφα και σιρόπι βύσσινο».

Το κορίτσι ακούμπησε απαλά μια χαρτοπετσέτα κάτω από το κυπελλάκι και του το πρόσφερε. Ο Χάρης το πήρε μαζί με το πλαστικό κουταλάκι, πλήρωσε και ξαναβγήκε στην πλατεία. Άρχισε να γλείφει το κουταλάκι με το παγωτό, πλησιάζοντας ταυτόχρονα τον πάγκο με τα έντυπα, που ήταν αραδιασμένα κατά κατηγορία: τα κόμικς, τα πορνό, τα οικολογικά. Τα γυναικεία, τα ανδρικά, τα πολεμικά. Του παιδιού, του σπιτιού, των σπορ. Των άστρων και των κάστρων.

Στη μέση του πάγκου στοιβάζονταν οι ογκώδεις λόγω των ένθετων κυριακάτικες. Ο Χάρης αγόρασε δύο, εξασφαλίζοντας πρώτα αυτή που ήξερε ότι θα είχε την αφίσα των εθελοντών. Πρόσθεσε την τελευταία στιγμή κι ένα περιοδικό με ντράιβ τεστ αυτοκινήτων, τα χώρεσε όλα στη σακούλα που του έδωσε ο εφημεριδοπώλης και πήρε, περασμένες τρείς, το δρόμο για το σπίτι του.

Αντίθετα με τη Στουρνάρη, η Θεμιστοκλέους ήταν σκοτεινή και άδεια, μόνο διμοιρίες γάτων γλιστρούσαν αθόρυβα γύρω από κάδους σκουπιδιών. Πίσω στην πλατεία Εξαρχείων ωστόσο το Μαύρο Πρόβατο κι ο Κάβουρας  είχαν ακόμα φως και πελάτες. Μα οι παρέες με τις Amstel στα χέρια είχαν εξαφανιστεί, τα πάνινα καθίσματα είχαν διπλωθεί σε στοίβες έξω από τις καφετέριες και τα μπαρ στους παράδρομους, καθώς ο Χάρης ανηφόριζε προς την Καλλιδρομίου, είχαν αρχίσει να κλείνουν. Μια κοπέλα έβγαινε εκείνη την ώρα από την πόρτα ενός νεοκλασικού με φωτεινή ταμπέλα στην είσοδο, κουβαλώντας δυο μαύρες σακούλες σκουπιδιών πιο μεγάλες από το μπόι της. Κι ο Λυκαβηττός έλαμπε κατάφωτος από τους προβολείς του, καθώς ο Χάρης έβαζε το κλειδί στην εξώπορτα της πολυκατοικίας του.

Οι Εθελοντές κυκλοφορούν από τα  Ελληνικά Γράμματα. Μπορείτε να διαβάσετε πρόλογο και πρώτο κεφάλαιο εδώ.