Μήνας: Ιανουαρίου 2010

Σ’ αυτό τον παράξενο κόσμο… (από το «Πρωινό Ιντερσίτυ»)

Ο Σοκόλ λόγου χάριν, που καθόταν αυτό το βράδυ σ’ ένα τραπέζι μόνος του. Είχε κερδίσει πια με το σπαθί του την αυτονομία του, και αυτοκίνητο ακόμα θα μπορούσε να αγοράσει. Μα αυτός προτιμούσε το μηχανάκι του και να ονειρεύεται πως θα γίνει ποιητής και θα ιδρύσει σχολή ποιητών στην Αυλώνα. Με θέα –πιθανόν– στην παραλία, στη δύση. Και –οπωσδήποτε– κοντά στο σχολείο. Εκεί όπου, παιδί, εντρύφησε για πρώτη φορά στη συναρπαστική πολυσημία της γλώσσας. Στις μικρές μεταβολές της και τα κόλπα της που μπορούσαν να του αλλάζουν ριζικά –και, το πιο ενδιαφέρον, αενάως– τον τρόπο αντίληψης του κόσμου.

Πράγματι, δύσκολα θα το διατύπωνε, μα ό,τι κυρίως με τα χρόνια τον χαρακτήρισε –αισιοδοξία, πίστη στην ενδότερη ομορφιά, συνδυαστική ικανότητα σκέψης– προερχόταν κατευθείαν από την παιδική του εκείνη απόλαυση, της διερεύνησης της γλώσσας, απόλαυση που δοκιμάστηκε προκλητικά στην μετακίνησή του από τη μητρική σε μια γλώσσα ξένη.

Ο Σοκόλ είχε ξεκόψει τα πολλά. Τελευταία μόνο με τον Άγγελο έκανε παρέα. Γιατί σ’ αυτόν μονάχα μπορούσε να πει τις σκέψεις του.

Όμως, αυτό μόνο είναι η φιλία;

Ανάβοντας τσιγάρο και κοιτάζοντας προς το απέναντι τραπέζι, προς τον Άγγελο, σκέφτηκε πως όχι, πως είναι κι άλλο πράγμα η φιλία. Και πως αργά ή γρήγορα αυτό το άλλο πράγμα θα ερχόταν, γιατί η φετινή χρονιά μάλλον επεφύλασσε εκπλήξεις.

Πρώτον είχε έρθει στο σχολείο ο ποιητής. Με τέτοιο δυνατό σημείο αναφοράς, το όραμα «σχολή ποιητών» έγινε φυσικά πολύ εναργέστερο. Το μονοπάτι που τον χώριζε από αυτό πήρε κατεύθυνση και διαστάσεις: δύσκολος δρόμος, αλλά επιτέλους δρόμος.

Που θα ήταν ακόμα ευκρινέστερος αν έλειπε η Νάντια.

Καθότι –δεύτερον– φέτος είχε έρθει στο σχολείο η Νάντια.

Ο Σοκόλ δεν είχε ξαναδεί τέτοια γυναίκα στη ζωή του. Μέχρι τότε δύο μονάχα είδη γνώριζε, τις πραγματικές και τις εικονικές. Τη διαφορά μεταξύ τους τη θεωρούσε κυρίως ποσοτική: φτηνότερα ρούχα, περισσότερες «ατέλειες», λιγότερη άνεση στα βλέμματα των άλλων. Η Νάντια τού έμαθε την ποιοτική διαφορά: σχεδόν μαγεία του φαινόταν η σύνθετη –μα τόσο ζεστή!– γλώσσα της, ο εκλεπτυσμένος νους, η αφοπλιστική της συμφιλίωση με τις αντιφάσεις. Δεν ήταν απλώς ερωτευμένος, είχε ερωτευθεί μια γυναίκα που συνόψιζε στα μάτια του βασικές αξίες του ποιητικού του σύμπαντος: λόγο που ζωντανεύει την ελπίδα, ομορφιά πέρα από υλικές συνθήκες, αγώνα για εναρμόνιση των αντιθέτων.

 Έσβησε το τσιγάρο ξαναρίχνοντας ματιά προ τον Άγγελο. Που –ο Σοκόλ ήταν σίγουρος– είχε επίσης στο νου του τη Νάντια. Τι λοιπόν άλλο είναι η φιλία, εκτός από το να μοιράζεσαι τις σκέψεις σου; Ο Άγγελος από τη θέση του (καθόταν με την Εύα-Παντμίνι) του έκλεισε το μάτι. Κυρίως, τι άλλο είναι η φιλία, όταν οι σκέψεις γίνονται τέτοιες που δεν μπορείς πια να τις μοιραστείς;

Το χαρτί στο πορτοφόλι του Σοκόλ έγραφε τους στίχους του δάσκαλού του, του ποιητή.

Λάθος: του αγαπημένου ποιητή του δάσκαλού του, του ποιητή:

 Αν φύγεις εκεί που η θάλασσα σμίγει με μουσικές και με φώτα

Να θυμάσαι κάνει κρύο σ’ αυτόν τον παράξενο κόσμο

………………………

 Σίγουρα θα έφευγε. Όταν στην Αυλώνα η θάλασσα θα έσμιγε με μουσικές και με φώτα κάθε βράδυ.

Μα πρώτα είχε άλλες δουλειές εδώ.

Ο Σοκόλ άναψε κι άλλο τσιγάρο και συγκέντρωσε το βλέμμα στην καύτρα.

Το βιβλίο κυκλοφορεί από την Εστία.  Ο πίνακας είναι φυσικά Hopper.

Βικτώρια (από τους «Εθελοντές»)

Στην πλατεία Βικτωρίας μόλις είχαν ανάψει τα φώτα. Τα παγκάκια, μισοκρυμμένα απ’ τις μουριές, όσο προχωρούσε το σούρουπο μάζευαν παρέες παρέες τους μετανάστες. Απέναντι, στο σαντουιτσάδικο της επώνυμης αλυσίδας, αυτό με τις μπάρες τις βιδωμένες στο πεζοδρόμιο, κάποιοι πελάτες διάλεγαν παγωτό.

Η Μαρία στάθηκε όρθια μπροστά στη μπαλκονόπορτα. Ο Χάρης περίμενε τη συνέχεια, έχοντας καταλάβει ότι η κουβέντα τους θα ήταν αδιέξοδη. Μα η Μαρία φαινόταν να το έχει καταλάβει κι αυτή: κοίταζε έξω και το πρόσωπό της είχε μια έκφραση νοσταλγίας.

«Την αγαπάω αυτή την πλατεία», μονολόγησε.

Ο Χάρης δεν ρώτησε γιατί, κοίταζε κι αυτός απέναντι τους καταναλωτές παγωτού…

΄

Η φωτό επάνω είναι από τη «Βίλα Αμαλία«.