Μήνας: Οκτώβριος 2009

Το Πρωινό Ιντερσίτυ σε PDF

…Δηλαδή η εισαγωγή και το πρώτο κεφάλαιο, μια που, όπως και για τους Εθελοντές, τα ενεργά δικαιώματα του εκδότη δεν επιτρέπουν εκτενέστερη δημοσίευση. Αντίθετα, το Μαχαίρι στην μπότα, όπως έχω υποσχεθεί, θα δημοσιευθεί ολόκληρο, μόνο που πρέπει να το πληκτρολογήσω, οπότε, φανς (χιούμορ!), υπομονή! Προς το παρόν, γεύση από Πρωινό Ιντερσίτυ (και από όλα τα άλλα) εδώ  και το υπόλοιπο στα βιβλιοπωλεία! Για το οπισθόφυλλο μπορείτε να δείτε τη σελίδα της Εστίας, τη σελίδα Έργα αυτού του μπλογκ ή το μπλογκ Τα χάρτινα βιβλία μου.

 

Το ταξίδι της Σόφης (από το «Μαχαίρι στην μπότα»)

Manon%20Lescaut%20b

«Ώστε λοιπόν δεν έχεις κλείσει το δέκατο έκτο;»

Ο τύπος που μου κάνει αυτή την ερώτηση κάθεται απέναντί μου και είναι κουρεμένος στρατιωτικά. Γύρω στα είκοσι πέντε, ψηλός, ούτε ωραίος ούτε άσχημος. Μια λύση για τη βραδιά, όχι ιδιαίτερα αποκρουστική.

Είναι Σεπτέμβρης γλυκός, περασμένα μεσάνυχτα. Ντίσκο σε ταράτσα στο κέντρο της Πλάκας. Τα πολύχρωμα φώτα στα στενά ένα γύρο κάνουν τη νύχτα ένα τρελαμένο πανηγύρι, τα μεγάφωνα παίζουν το Sex machine με τον James Brown, ό,τι μονάχα ξεχωρίζω από το μπερδεμένο μιξάρισμα. Ο χρόνος δεν με κυνηγάει πια. Πάνω στην πίστα αναβοσβήνει το φώσφορο κι όταν είσαι μέσα του σπάνε σε κομμάτια οι μορφές, σπας σε κομάτια και συ, πιο πολλά τα κομμάτια όσο πιο δυνατή η μουσική. Κατρακυλάς με τους άλλους σ’ ένα βυθό, τα μάτια σου αχρηστεύονται και ο παλμός  μπαίνει μέσα σου και σε παίρνει βίαια, σαν ζωάκι, και δεν ξέρεις αν σ’ αρέσει. Αν είσαι ωστόσο στην άκρη της πίστας τα φώτα δεν σε πιάνουν και η παραίσθηση ελαττώνεται. Στεκόμουν εκεί πριν από λίγα λεπτά και λικνιζόμουν, κοιτάζοντας μια όμορφη νέγρα που μου ‘δινε το ρυθμό, η μόνη που είχε ρυθμό, οι άλλοι σαν αρκούδες χορεύανε. Ανάμεσα στα πρόσωπα τα σπασμένα σε χιλιάδες σκιές, χρωματιστές σκιές που μου ξεφεύγουν, βλέπω για μια στιγμή το κεφάλι εκείνο. Γκρι και γαλάζια μάσκα χωρίς μαλλιά, μάτια μικρά και σκιστά, κι εκείνο το γέλιο, να σκεπάζει τους ήχους και να με παγώνει, απειλητικά γυρνώντας στην οθόνη σε γκρο πλαν. Το γκρο πλαν μεγαλώνει και θα με καταπιεί, είμαι μόνη μου και φοβάμαι. Ο πατέρας μου με πήγαινε σ’ αυτές τις ταινίες του Φαντομά, που του άρεσε να βλέπει. Ήμουν πολύ μικρή, αλλά ήμουν εξοικειωμένη, από παιδάκι έβλεπα πολύ σινεμά. Το πρόσωπο στην οθόνη γελούσε μ’ ένα γέλιο κακό, κι έλεγα τώρα θα γυρίσει, τώρα, μη φοβηθείς, κι είχα μάθει να μη φοβάμαι, είχα μάθει να ελέγχω το φόβο μου. κι έτσι κάθισα κάτω στην άκρη της πίστας κι ήρθε και με μάζεψε αυτός με τα κουρεμένα μαλλιά.

Τώρα μιλάει στο κορίτσι που κάθεται απέναντί του και το κόβει. «Φαίνεται μεγαλύτερη», θα λέει μέσα του. «Τι στην ευχή, θα φάμε κάτι, πρέπει, απόψε. Γούστο έχει. Έχει φύγει, λέει, από το σπίτι της. Βέβαια δεν θέλουμε μπλεξίματα, και μ’ αυτές τις μικρές ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις, όλο μούσι είναι. Θα την πάω στο σπίτι, εκεί, στην ταράτσα, και θα δούμε».

Αυτά σε χρόνο αστραπή, χαμογελώντας άσχημα στο απέναντί του κάθισμα.

Απέναντί του κάθομαι εγώ, η Σόφη, και δεν έχω κλείσει το δέκατο έκτο.

Στην πραγματικότητα είμαι δεκαπέντε και ενός μηνός, και πολύ ερωτευμένη με το Δημήτρη. Τα φτιάξαμε πέρσι για κανένα μήνα, αλλά γίνανε κάτι παρεξηγήσεις  και τα χαλάσαμε, κι από τότε η ζωή μου δεν πάει καλά.

(Συνεχίζεται)