Η χρονιά του καύσωνα (από το «Μαχαίρι στην μπότα»)

CA-00208-C~Beach-at-Lake-Tahoe-PostersΔεν ξέρω πώς μου ήρθε να πάω στην κηδεία του Μπενάκου. Ο γέρος ήταν μυστήριο πρόσωπο για όλους μας, γοητευτικός και λίγο φοβερός όταν ήμαστε παιδιά, παράξενος και κάπως γελοίος για τους περισσότερους, όταν μεγαλώσαμε. Δεν ήταν για το γέρο βέβαια, ούτε για τη Σόφη, τι την ένοιαζε τη Σόφη πια; Ήταν κάτι σαν νοσταλγία, σαν κρυφή ενέργεια που ψάχνει ένα πρώτο ερέθισμα, μαζί με την ανάμνηση εκείνης της γλυκιάς παχουλής αδερφής του: όλη χαμόγελο, δώρα, δυο πόδια γεμάτα φλεβίτη να τρέχουν μέσα σε ψηλοτάκουνες παντόφλες πάνω  κάτω, να κερνάνε τα χέρια, να χαϊδεύουν τα μάτια, να ζεσταίνει η καρδιά. Πώς να ‘ταν η θεία αυτή της Σόφης σε μια κηδεία; Πώς να ‘ταν μια κηδεία νεκρού από καύσωνα;  Ο μεγάλος ήρωας Μπενάκος, φόβος και τρόμος των Γερμανών στον πόλεμο, νεκρός από τη ζέστη.

Πήγα. Ήταν ο πρώτος καύσωνας, εκεί, στα μέσα του ’80, και ο λαός, όπως πάντα απροετοίμαστος, θρηνούσε αδικοχαμένους. Οι τάφοι ήταν ανοιγμένοι κάπως σαν ομαδικοί, δίπλα δίπλα τα κουφάρια και το χώμα ανασκαμμένο, ζωντανό καφέ, σπαρταριστό. Τα σκουλήκια λαχταρούσαν την τροφή, ο ήλιος έλιωνε τον αέρα σε ένα αχνιστό σύμπαν κι ανάμεσα μαύρες φιγούρες διαλυμένες στο φως, σαν τις πινελιές στο νερό της ακουαρέλας.

Στο δρόμο από την εκκλησία ως τον τάφο οι συγγενείς συζητούσαν τα ανάλογα:

«Παιδί μου, 50 βαθμούς υπό σκιάν στο σπίτι της Μερόπης στα Κιούρκα!»

«Τι κάνετε; Μεγαλώσαν τα παιδιά!»

Σε κάθε γάμο και κηδεία συναντιούνταν.

Η θεία έλαμπε μέσα στα μαύρα από καλοσύνη, και η ζέστη σαν να μην την άγγιζε. Είχε μια μαγική δύναμη, μια βαθιά ευγένεια, μια άυλη ομορφιά που αναδυόταν από το δέρμα, το σώμα της, τα φουσκωτά μαύρα μαλλιά, τα πύρινα λαδιά της μάτια.  Μετά το τέλος της ιεροτελεστίας του κονιάκ και του καφέ , με ρώτησε αν ήθελα να πάω από το σπίτι. Είχε, μου είπε, κάτι πράγματα της Σόφης ο Μπενάκος, μήπως τα ήθελα;

Έτσι έγινε και βρήκα το τετράδιο της Σόφης ανάμεσα στο σκουπιδαριό που με επιμέλεια φύλαγε ο πατέρας της. Ήταν μια λύση στην αμηχανία μου – ν’ αρχίσω πριν ή μετά τα γεγονότα της Νομικής; Από τη Στέλλα και τα παιδιά της πλατείας ή από το υπόγειο με τους εσατζήδες και να πάω προς τα πίσω;

Ήταν μια λύση η Σόφη. Και μόνο που το λέω θυμάμαι την καρδιά μου να πλημμυρίζει από αγάπη, όπως μόνο μετά από πολύ καιρό θα πλημμυρίσει πάλι, όταν όλα αυτά που γράφει η Σόφη θα έχουν χωνευτεί. Όταν πρόσωπα, ιστορίες και αισθήματα δικά της θα τα ξεπλένει η μεσημεριάτικη βροχή του φθινοπώρου, καθώς ένας πολύ νεός άντρας με μαύρα μαλλιά, μαύρα σαν κάρβουνα μάτια και μαύρα ρούχα θα κατεβαίνει από τα Εξάρχεια την Ιπποκράτους και η μορφή του θα καθρεφτίζεται στις βιτρίνες των βιβλιοπωλείων σαν οπτασία απ’ τα παλιά.

Αλλά κι αυτό είναι πολύ μετά. Αυτά που έγραψε η Σόφη έγιναν το καλοκαίρι του ’72 , ενώ το αγόρι γεννήθηκε μόλις δυο χρόνια αργότερα. Επομένως μπορεί και να μην έχουν άλλη σχέση πέρα από τη δική μου αγάπη. Ας είναι.

Ο πρόλογος και το πρώτο κεφάλαιο του μυθιστορήματος εδώ

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s