Γεννηθήκαμε λοιπόν στην Αθήνα, part two (από το «Μαχαίρι στην μπότα»)

Μεγαλώσαμε στην Αθήνα λοιπόν με μουσική ροκ -σκύβαμε στη γη ν’ ακούσουμε την κραυγή της πεταλούδας-, με σιωπή, με πολιτικά υπονοούμενα, ειρηνικά, χωρίς πείνα, χωρίς προσωπικούς διωγμούς. Μόνο κάλτσες και κορδέλες μπλε έπρεπε να φοράμε στο σχολείο, αλλά κι αυτές, εμείς οι μαθήτριες της Αθήνας, προνομιούχες σε σχέση με τα επαρχιοκόριτσα, τις βγάζαμε όταν πηγαίναμε ραντεβού. Λέτε αυτές οι κάλτσες και οι κορδέλες λοιπόν, και τα κουρεμένα μαλλιά των αγοριών που τα κολλάγανε με λεμόνι -δεν είχαμε τότε τζελ- λέτε οι κάλτσες και το λεμόνι και τα άφτιαχτα φρύδια να φταίγανε, που γίναμε τελικά τόσο κακοί; Μετά από τόση αγάπη και καλοσύνη και μουσική, τόσους χορούς και εκδρομές και βιβλία, πώς γίναμε τόσο κακοί και τόσο ασήμαντοι; Ή μήπως δεν ήταν αγάπη αυτό που κρυβόταν πίσω απ’ τους τοίχους του τρίπατου παλιού σπιτιού με τα ωραία μαύρα κάγκελα στο πάνω μπαλκόνι, ή στην αυλή του προσφυγικού, όπου έμενε η γριά με τη Σίσσυ, ή απέναντι, στο σπίτι που είχαν επιτάξει στην κατοχή οι Γερμανοί, κι αργά τη νύχτα, ανεξήγητα, ακουγόταν το πιάνο; Μήπως δεν ήταν η καλοσύνη αυτό που έγραψε στις ψυχές μας το μυστικό τους κώδικα, μα ήταν κάτι απροσδιόριστα φτηνό, σαν ύπουλο, πρόστυχο ή δειλό, που τις διαπότισε αργά, σαν τη βρομιά που πιάνει με το χρόνο και δεν ξεπλένεται;

«Τι να σου κάνουν οι άνθρωποι, καημένη Αφροδίτη, δύσκολοι καιροί κι εσένα ο νους σου όλο στους Λεντ Ζέπελιν και στον Τσε Γκεβάρα, αυτά θα σου δώσουν φαϊ; Η ζωή είναι αγώνας, καημένη».

Άσε πατέρα, αφήστε πατεράδες, βαρεθήκαμε να σας κουβαλάμε. Ήρθαμε ως εδώ χωρίς η ιστορία να μας τιμήσει με πολλά. Κι ωστόσο τώρα που αποχτήσαμε προοπτική μέσα στο χρόνο, η Ερόικα μπορεί να μας δείξει ένα δρόμο, να δώσει ένα λόγο και σε μας. Χρόνια της ηλικίας της θάλασσας, χρόνια ηρωικά, να τα ψηλαφίσουμε ξανά, μαζί με τις καινούργιες και τις παλιές μου αγάπες.

Και πάνω που σκεφτόμουνα από πού ν’ αρχίσω -απ’ την παλιά τροτσκίστρια, τους μετανάστες από την επαρχία, ή την ωραία ηθοποιό που δεν μιλούσε σε κανένα- και πάνω κυρίως που μελετούσα την Ιστορία- όχι να γράφουμε για τον εαυτό μας, σιγά, τι είμαστε εμείς;  Σκουπιδάκια του αέρα, σημασία έχει το πανανθρώπινο και το παγκόσμιο, όπως αυτό πραγματώνεται διαλεκτικά στο ιστορικό γίγνεσθαι- πάνω εκεί χτύπησε το τηλέφωνο και ήταν η Σέλια. (Πολλά κορίτσια της γενιάς μου είχαν περίεργα ονόματα. «Κουφά», όπως θα λέγανε οι μαθητές μου σήμερα, καθ’ ότι ζούσαμε στο ζενίθ της ξενομανούς αστικοποίησης της νεοελληνικής κοινωνίας):

«Αυτά, λοιπόν, και πού να σ’ τα λέω, πέθανε κι ο Μπενάκος, ο γέρος!»

«Καιρός ήτανε», είπα, κι ένιωσα τον κόσμο ελαφρότερο και πιο ελεύθερο, πιο παιχνιδιάρη κατά τι.

«Από τον καύσωνα», μου λέει η Σέλια. «Όλο τριγύρναγε ο γέρος στη γειτονιά και δεν άκουγε τις συστάσεις της τηλεόρασης, «να μένετε σπίτια σας», και λοιπά. Άσε που φόραγε εκείνα τα στενά μαύρα πουκάμισα με τα μακριά μανίκια. Τα τίναξε ο γέρος, θερμοπληξία, μεγάλη πλάκα».

(συνεχίζεται)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s