Βρέχει… (Από το «Πρωινό Ιντερσίτυ»)

ωβροχηΟ

Ο διευθυντής έδινε συνεχώς οδηγίες για τροποποιήσεις του προγράμματος, ματαιώσεις μαθημάτων και δικαιολόγηση απουσιών λόγω εκτάκτων καιρικών συνθηκών. Ο ποιητής άκουγε τα περί «εκτάκτων» συνθηκών –που διαρκούσαν σχεδόν ένα μήνα– ως ενδιαφέρον δείγμα γλωσσικής απολίθωσης: η αδράνεια της γλώσσας είναι δευτερογενής. Προηγείται η αδράνεια των ανθρώπων.

 Βρέχει, κι αν τα νοήματα αναπτύσσονται κατά την εκφορά του λόγου στη διάρκεια της επικοινωνίας, τότε, αναρωτιέται ο ποιητής, ποιο νόημα έχει ήδη αποκτήσει, σύμφωνα με την κοινωνική σημειωτική, η λέξη νερό; Η λέξη ποτάμι; Βροχή;

Βρέχει κι ο Βλαντιμίρ τού θυμίζει κάθε τόσο ότι δυο μονάχα λέξεις μείνανε, και τι να κάνει μ’ αυτές ο ποιητής;

 Την πόλη οι Κρουπ και τα κρουπάκια καλλωπίζουν

Μ’ απειλητικών φρυδιών ρυτίδες στο κούτελο μπρος. 

Των νεκρών λέξεων τα μικρά πτώματα στο στόμα σαπίζουν.

Μόνο δυο ζούνε καλοπερνώντας

 –«κάθαρμα»

και μια άλλη,

θαρρώ –«μπορς*».

 

Οι ποετάστροι

Μούσκεμα στο κλάμα και στ’ αναφιλητά

Λακίζουν απ’ το δρόμο μ’ ανάκατη μαλλούρα:

«Πώς να τραγουδήσεις με δυο τέτοιες λέξεις μοναχά

την αρχοντοπούλα

και τον έρωτα

και το λούλουδο με τη δροσούλα;

 Δυο λέξεις είχαν απομείνει, «ποτάμι» και «πλημμύρα», κι ο ποιητής δεν μπορούσε να πει μ’ αυτές πολλά. Κάποτε σχημάτιζε φράσεις όπως «ποτάμι εσύ, το αίμα μου» ή «πλημμύρισα φως». Μα τώρα ένιωθε τις δυο λέξεις ακατάλληλες για ποίηση: πολύ στενά δεμένες με το γεγονός.

 Και βρέχει. Το ποτάμι έχει στις όχθες του ερειπωμένα εκκλησάκια κι ανθρώπους που κοιτάζονται μεταξύ τους επιφυλακτικά, σαν τα αγρίμια στη ζούγκλα, την ώρα που το νερό απειλεί τις πόρτες τους. Στην κοίτη του περιέχει οργανική ύλη, όπως χαμόκλαδα, ψοφίμια και ανυπεράσπιστους βάτραχους. Κομμάτια πολιτισμού, όπως σαμπρέλες, πλαστικά και λάσπη χημικά αλλοιωμένη.

Και στον πυθμένα του μέταλλα. Θησαυρούς που θα θαφτούν για να ξεθαφτούν μια μέρα, ως μνημεία ζωής που έψαχνε, κάποτε, τη γλώσσα της.

Βρέχει.

Η γλώσσα είναι μέσο διαχείρισης ισορροπιών.

Βρέχει.

Το ποτάμι έχει χάσει τη γλώσσα του.

 Ο ποιητής πήγαινε στο σχολείο κάθε μέρα και επέστρεφε σχεδόν άπρακτος, για να δειπνήσει μόνος στο σπίτι. Η νύχτα ήταν έρημη και λασπωμένη, μα ο ποιητής τυχερός: αν και πολλές δεκαετίες μακριά από χρόνια σκληρά (τότε που οι ποιητές πεινούσαν, αρρώσταιναν και πέθαιναν) και μολονότι ο ίδιος δεν πεινούσε και είχε άφθονα αντιβιοτικά, η νύχτα ήταν ακόμα λασπωμένη. Κι ο ποιητής αξία απαραίτητη.

 Τα παιδιά στο σχολείο φορούσαν πανομοιότυπα κίτρινα αδιάβροχα, αγορασμένα από το τοπικό σούπερ μάρκετ. Ήταν φτηνά, ελαφρά και τυλίγονταν σε μια θήκη όταν δεν έβρεχε. Τα είχαν μαζί τους στη δουλειά το πρωί, κυκλοφορούσαν μ’ αυτά στην τσάντα τους το μεσημέρι κι έρχονταν για μάθημα φορώντας τα το βράδυ. Η Εύα, ο Άγγελος, ο Σοκόλ, όλοι φορούσαν αυτά τα νάιλον ρούχα με την κουκούλα. Σαν μέλη ενός τάγματος μοναχών απροσδιόριστης ασκητικής και ιδεολογίας.

Και οι καθηγητές είχαν αγοράσει από ένα. Ήταν πρακτικό. Ό,τι έπρεπε για να διασχίζουν την αυλή και να μην κάνουν το γύρο της κάτω από το στέγαστρο. Η Νάντια τη διέσχιζε μ’ ένα τέτοιο, για να πάει από το γραφείο του διευθυντή σ’ εκείνο των καθηγητών. Η βροχή έφτιαχνε γύρω της μια κουρτίνα που ασήμιζε στον προβολέα, και θα μπορούσε, στα μάτια του ποιητή, να φιλτράρει την εικόνα της και να τη στείλει στον κόσμο της νοσταλγίας.

Αλλά δεν μπορούσε, γιατί το κίτρινο αδιάβροχο έκανε τις φιγούρες αξεχώριστες μεταξύ τους.

Ο ποιητής φορούσε κι αυτός το δικό του παρόμοιο αδιάβροχο κι έβγαινε στην αυλή κινούμενος ζωηρά, δήθεν ότι είχε δουλειά στο απέναντι γραφείο. Στην πραγματικότητα, μόλις είχε σκεφτεί κάτι και το περπάτημα τον βοηθούσε στην επεξεργασία της σκέψης. Από αυτή την άποψη η βροχή ήταν, γι’ αυτόν, ιδιαιτέρως ευεργετική: πρώτον, έθετε σε κίνηση τη διαδικασία ανάκλησης εικόνων, βάσει της αρχέγονης σχέσης «νερό που πέφτει-αποτυπώσεις της μνήμης». Και δεύτερον, εμπόδιζε τους άλλους να τον παρατηρούν στο άσκοπό του βολτάρισμα, που, καμιά φορά, συνοδευόταν κι από παραμιλητό.

Όσο για τους μαθητές, μέσα στο αλαλούμ του ωρολογίου προγράμματος, σουλατσάριζαν άσκοπα στη βρεγμένη αυλή. Κι όταν το νερό δεν έπεφτε δυνατά βάδιζαν, παίζοντας, με το πρόσωπο ψηλά και ανοιχτό το στόμα.

Μέσα στο ίδιο αλαλούμ, επίσης, οι κομμώτριες βρήκαν την ευκαιρία να δηλώσουν αποχή από το εργαστήριο. Πράγμα που, όμως, πέρασε απαρατήρητο: κανείς δεν κατάλαβε ότι απείχαν από κάτι.

Οι ίδιες, με τα κίτρινα αδιάβροχά τους ή χωρίς, κάθονταν στο παγκάκι κάτω από το στέγαστρο και φλυαρούσαν με τις ώρες για τα δικά τους. Κι όπως είχαν όχι μία, όχι δύο, αλλά  τρεις μητρικές γλώσσες, αν και μιλούσαν κυρίως ελληνικά, όχι μονάχα οι ρυθμοί τους αλλά και οι έννοιες αναμιγνύονταν. Πίσω από τον ήχο του νερού, που έσταζε από το στέγαστρο μονότονα, ο ποιητής έστηνε με περιέργεια αυτί να συλλάβει γλωσσικούς σχηματισμούς την ώρα της γένεσης.

 

 (Το βιβλίο από την Εστία)

(η φωτό από το http://www.widgetbox.com)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s