Μήνας: Σεπτεμβρίου 2009

Η χρονιά του καύσωνα (από το «Μαχαίρι στην μπότα»)

CA-00208-C~Beach-at-Lake-Tahoe-PostersΔεν ξέρω πώς μου ήρθε να πάω στην κηδεία του Μπενάκου. Ο γέρος ήταν μυστήριο πρόσωπο για όλους μας, γοητευτικός και λίγο φοβερός όταν ήμαστε παιδιά, παράξενος και κάπως γελοίος για τους περισσότερους, όταν μεγαλώσαμε. Δεν ήταν για το γέρο βέβαια, ούτε για τη Σόφη, τι την ένοιαζε τη Σόφη πια; Ήταν κάτι σαν νοσταλγία, σαν κρυφή ενέργεια που ψάχνει ένα πρώτο ερέθισμα, μαζί με την ανάμνηση εκείνης της γλυκιάς παχουλής αδερφής του: όλη χαμόγελο, δώρα, δυο πόδια γεμάτα φλεβίτη να τρέχουν μέσα σε ψηλοτάκουνες παντόφλες πάνω  κάτω, να κερνάνε τα χέρια, να χαϊδεύουν τα μάτια, να ζεσταίνει η καρδιά. Πώς να ‘ταν η θεία αυτή της Σόφης σε μια κηδεία; Πώς να ‘ταν μια κηδεία νεκρού από καύσωνα;  Ο μεγάλος ήρωας Μπενάκος, φόβος και τρόμος των Γερμανών στον πόλεμο, νεκρός από τη ζέστη.

Πήγα. Ήταν ο πρώτος καύσωνας, εκεί, στα μέσα του ’80, και ο λαός, όπως πάντα απροετοίμαστος, θρηνούσε αδικοχαμένους. Οι τάφοι ήταν ανοιγμένοι κάπως σαν ομαδικοί, δίπλα δίπλα τα κουφάρια και το χώμα ανασκαμμένο, ζωντανό καφέ, σπαρταριστό. Τα σκουλήκια λαχταρούσαν την τροφή, ο ήλιος έλιωνε τον αέρα σε ένα αχνιστό σύμπαν κι ανάμεσα μαύρες φιγούρες διαλυμένες στο φως, σαν τις πινελιές στο νερό της ακουαρέλας.

Στο δρόμο από την εκκλησία ως τον τάφο οι συγγενείς συζητούσαν τα ανάλογα:

«Παιδί μου, 50 βαθμούς υπό σκιάν στο σπίτι της Μερόπης στα Κιούρκα!»

«Τι κάνετε; Μεγαλώσαν τα παιδιά!»

Σε κάθε γάμο και κηδεία συναντιούνταν.

Η θεία έλαμπε μέσα στα μαύρα από καλοσύνη, και η ζέστη σαν να μην την άγγιζε. Είχε μια μαγική δύναμη, μια βαθιά ευγένεια, μια άυλη ομορφιά που αναδυόταν από το δέρμα, το σώμα της, τα φουσκωτά μαύρα μαλλιά, τα πύρινα λαδιά της μάτια.  Μετά το τέλος της ιεροτελεστίας του κονιάκ και του καφέ , με ρώτησε αν ήθελα να πάω από το σπίτι. Είχε, μου είπε, κάτι πράγματα της Σόφης ο Μπενάκος, μήπως τα ήθελα;

Έτσι έγινε και βρήκα το τετράδιο της Σόφης ανάμεσα στο σκουπιδαριό που με επιμέλεια φύλαγε ο πατέρας της. Ήταν μια λύση στην αμηχανία μου – ν’ αρχίσω πριν ή μετά τα γεγονότα της Νομικής; Από τη Στέλλα και τα παιδιά της πλατείας ή από το υπόγειο με τους εσατζήδες και να πάω προς τα πίσω;

Ήταν μια λύση η Σόφη. Και μόνο που το λέω θυμάμαι την καρδιά μου να πλημμυρίζει από αγάπη, όπως μόνο μετά από πολύ καιρό θα πλημμυρίσει πάλι, όταν όλα αυτά που γράφει η Σόφη θα έχουν χωνευτεί. Όταν πρόσωπα, ιστορίες και αισθήματα δικά της θα τα ξεπλένει η μεσημεριάτικη βροχή του φθινοπώρου, καθώς ένας πολύ νεός άντρας με μαύρα μαλλιά, μαύρα σαν κάρβουνα μάτια και μαύρα ρούχα θα κατεβαίνει από τα Εξάρχεια την Ιπποκράτους και η μορφή του θα καθρεφτίζεται στις βιτρίνες των βιβλιοπωλείων σαν οπτασία απ’ τα παλιά.

Αλλά κι αυτό είναι πολύ μετά. Αυτά που έγραψε η Σόφη έγιναν το καλοκαίρι του ’72 , ενώ το αγόρι γεννήθηκε μόλις δυο χρόνια αργότερα. Επομένως μπορεί και να μην έχουν άλλη σχέση πέρα από τη δική μου αγάπη. Ας είναι.

Ο πρόλογος και το πρώτο κεφάλαιο του μυθιστορήματος εδώ

Γεννηθήκαμε λοιπόν στην Αθήνα, part two (από το «Μαχαίρι στην μπότα»)

Μεγαλώσαμε στην Αθήνα λοιπόν με μουσική ροκ -σκύβαμε στη γη ν’ ακούσουμε την κραυγή της πεταλούδας-, με σιωπή, με πολιτικά υπονοούμενα, ειρηνικά, χωρίς πείνα, χωρίς προσωπικούς διωγμούς. Μόνο κάλτσες και κορδέλες μπλε έπρεπε να φοράμε στο σχολείο, αλλά κι αυτές, εμείς οι μαθήτριες της Αθήνας, προνομιούχες σε σχέση με τα επαρχιοκόριτσα, τις βγάζαμε όταν πηγαίναμε ραντεβού. Λέτε αυτές οι κάλτσες και οι κορδέλες λοιπόν, και τα κουρεμένα μαλλιά των αγοριών που τα κολλάγανε με λεμόνι -δεν είχαμε τότε τζελ- λέτε οι κάλτσες και το λεμόνι και τα άφτιαχτα φρύδια να φταίγανε, που γίναμε τελικά τόσο κακοί; Μετά από τόση αγάπη και καλοσύνη και μουσική, τόσους χορούς και εκδρομές και βιβλία, πώς γίναμε τόσο κακοί και τόσο ασήμαντοι; Ή μήπως δεν ήταν αγάπη αυτό που κρυβόταν πίσω απ’ τους τοίχους του τρίπατου παλιού σπιτιού με τα ωραία μαύρα κάγκελα στο πάνω μπαλκόνι, ή στην αυλή του προσφυγικού, όπου έμενε η γριά με τη Σίσσυ, ή απέναντι, στο σπίτι που είχαν επιτάξει στην κατοχή οι Γερμανοί, κι αργά τη νύχτα, ανεξήγητα, ακουγόταν το πιάνο; Μήπως δεν ήταν η καλοσύνη αυτό που έγραψε στις ψυχές μας το μυστικό τους κώδικα, μα ήταν κάτι απροσδιόριστα φτηνό, σαν ύπουλο, πρόστυχο ή δειλό, που τις διαπότισε αργά, σαν τη βρομιά που πιάνει με το χρόνο και δεν ξεπλένεται;

«Τι να σου κάνουν οι άνθρωποι, καημένη Αφροδίτη, δύσκολοι καιροί κι εσένα ο νους σου όλο στους Λεντ Ζέπελιν και στον Τσε Γκεβάρα, αυτά θα σου δώσουν φαϊ; Η ζωή είναι αγώνας, καημένη».

Άσε πατέρα, αφήστε πατεράδες, βαρεθήκαμε να σας κουβαλάμε. Ήρθαμε ως εδώ χωρίς η ιστορία να μας τιμήσει με πολλά. Κι ωστόσο τώρα που αποχτήσαμε προοπτική μέσα στο χρόνο, η Ερόικα μπορεί να μας δείξει ένα δρόμο, να δώσει ένα λόγο και σε μας. Χρόνια της ηλικίας της θάλασσας, χρόνια ηρωικά, να τα ψηλαφίσουμε ξανά, μαζί με τις καινούργιες και τις παλιές μου αγάπες.

Και πάνω που σκεφτόμουνα από πού ν’ αρχίσω -απ’ την παλιά τροτσκίστρια, τους μετανάστες από την επαρχία, ή την ωραία ηθοποιό που δεν μιλούσε σε κανένα- και πάνω κυρίως που μελετούσα την Ιστορία- όχι να γράφουμε για τον εαυτό μας, σιγά, τι είμαστε εμείς;  Σκουπιδάκια του αέρα, σημασία έχει το πανανθρώπινο και το παγκόσμιο, όπως αυτό πραγματώνεται διαλεκτικά στο ιστορικό γίγνεσθαι- πάνω εκεί χτύπησε το τηλέφωνο και ήταν η Σέλια. (Πολλά κορίτσια της γενιάς μου είχαν περίεργα ονόματα. «Κουφά», όπως θα λέγανε οι μαθητές μου σήμερα, καθ’ ότι ζούσαμε στο ζενίθ της ξενομανούς αστικοποίησης της νεοελληνικής κοινωνίας):

«Αυτά, λοιπόν, και πού να σ’ τα λέω, πέθανε κι ο Μπενάκος, ο γέρος!»

«Καιρός ήτανε», είπα, κι ένιωσα τον κόσμο ελαφρότερο και πιο ελεύθερο, πιο παιχνιδιάρη κατά τι.

«Από τον καύσωνα», μου λέει η Σέλια. «Όλο τριγύρναγε ο γέρος στη γειτονιά και δεν άκουγε τις συστάσεις της τηλεόρασης, «να μένετε σπίτια σας», και λοιπά. Άσε που φόραγε εκείνα τα στενά μαύρα πουκάμισα με τα μακριά μανίκια. Τα τίναξε ο γέρος, θερμοπληξία, μεγάλη πλάκα».

(συνεχίζεται)

Γεννηθήκαμε λοιπόν στην Αθήνα…(από το «Μαχαίρι στην μπότα»)

cebcceb1cf87ceb1ceb9cf81ceb1cebaceb9

Οι φίλοι μου κι εγώ ήρθαμε ως εδώ από τη θάλασσα, τη μεγάλη και πλατιά, που δεν την έχουν ακόμα εξαντλήσει. Αιώνες πίσω μας ναυάγια και ωδές, αγάπες κοιμισμένες και πράγματα παλιά, μας περιμένουν κάθε νύχτα να γυρίσουμε σε ένα άσπρο σπίτι σιωπηλό κάτω απ’ τα κύματα. Μια μουσική από πηλό και μέταλλο μας συνοδεύει από τη γέννησή μας, ενώ σπασμένα χάδια στα πρόσωπα βάφουν με άστρα τα δάχτυλά μας. Αυτά τα λόγια θα μπορούσαν βέβαια να είναι ένας υπαινιγμός για τον τόπο όπου γεννήθηκα. Ένα νησάκι, ας πούμε, ξεχασμένο, δυο φούχτες χώμα για τα πόδια και τα χέρια μου κι ένα μαρμάρινο χαμόγελο χαμένο απ’ τον παλιό καιρό κάτω απ’ την άμμο του βυθού. Αλλά καθώς εγώ γεννήθηκα στην Αθήνα, το σιωπηλό και πράσινο νερό που μια βραδιά θα με δεχτεί, δυο χούφτες χώμα πίσω στο βυθό μου, δεν είναι παρά ο θάνατος. Αυτός που θα ‘ρθει όλος αγάπη κι αγκαλιά, ύστερα από αρκετό, όπως ελπίζω, χρόνο. Χρόνο για να σας πω μια καλημέρα και δυο απλές κουβέντες, όπως «κρυώνω», «πρόσεχε πού πατάς» ή «σ ‘ αγαπώ».

Γεννήθηκα λοιπόν στην Αθήνα, την πόλη την αναρχική, στα τέλη της δεκαετίας του ’50. Οι φίλοι μου κι εγώ προλάβαμε το γαϊτανάκι -αν και η λέξη ήτανε λάθος, άλλο πράγμα ήταν το γαϊτανάκι, όπως μάθαμε αργότερα. Εμείς ονομάζαμε έτσι τότε αυτόν που φόραγε στη μέση του ένα πολύχρωμο γαϊδουράκι από παπιέ μασέ, ενώ γύρω του μια κομπανία μεταμφιεσμένων έπαιζε μουσική κι όλοι μαζί διαβαίνανε χορεύοντας. Μέχρι να τρέξω στο παράθυρο του ημιυπόγειου ο μαγικός θίασος είχε φύγει.

ωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωω

Κάτι εικόνες μονάχα με φιγούρες αινιγματικές, σαν κούκλες με σκοινιά ή σαν νεράιδες αμφίβολης καλοσύνης, έρχονταν στα παιδικά μου όνειρα και τα στοίχειωναν, γεμάτες γοητεία, τρόμο και παραμυθένια ομορφιά. Τριάντα χρόνια αργότερα οι παιδικές μου μνήμες λυτρώθηκαν από τη φυλακή τους και βγήκα στην ακτή με ένα μεγάλο φωτισμένο καράβι. Αλλά είναι πολύ νωρίς ακόμα για να πούμε τέτοια.

Γεννηθήκαμε λοιπόν στην Αθήνα του ’50. Η γειτονιά μας είχε και προσφυγικά και νεοκλασικά και πολυκατοικίες. Ο τύπος με τον πάγο -«ο πάγοοος!»- περνούσε κάθε πρωί με το καρότσι και το τσιγκέλι του και ο μικρός κυβόσχημος παγετώνας έλιωνε στην πόρτα, αν δεν προλάβαινε η μαμά να τον πάρει μέσα. Εγώ, σαν τη μικρή Λουλού, ή σαν τη Μαφάλντα σήμερα, έλεγα τρυφερές εξυπνάδες για τον πάγο. Αργότερα θα έπαιρνα τα όνειρά μου για να χαράξω το χιόνι της άσπρης πολιτείας που θα βυθιζόταν αργά στη θάλασσα της θλίψης. Μα τότε ακόμα μεγαλώναμε.

Γεννηθήκαμε λοιπόν στην αναρχική Αθήνα. Στη δεκαετία του ’60 τα μεγάλα μας αδέρφια άκουγαν Τζαίημς Ντάγκλας Μόρισον και στα πρώτα ’70 ήμασταν έφηβοι πια.

Loustal_07

Στην Ευρώπη και την Αμερική τα κινήματα της νεολαίας είχαν χαράξει τον ουρανό των ιδεολογημάτων της Δύσης με κάτι πεφταστέρια αλλιώτικα, ασταθή, τρυφερά, αλήτικα κι όλο ερωτευμένα με κάποια κυρία Επανάσταση.  Στην Ελλάδα οι γονείς μας και κάτι μυστήριοι θείοι, για τους οποίους μαντεύαμε σκάνδαλα και ύποπτες περιπέτειες, φοβούνταν να μιλήσουν. Είχαμε δικτατορία και στα σχολεία το πουλί του Παπαδόπουλου στόλιζε όλα τα βιβλία μας, μαζί με καλλιτεχνικά συνθήματα όπως freedom, peace on earth, love και ψευδώνυμα που παρέπεμπαν σε καταστάσεις έρωτα και θάνατου…

Βρέχει… (Από το «Πρωινό Ιντερσίτυ»)

ωβροχηΟ

Ο διευθυντής έδινε συνεχώς οδηγίες για τροποποιήσεις του προγράμματος, ματαιώσεις μαθημάτων και δικαιολόγηση απουσιών λόγω εκτάκτων καιρικών συνθηκών. Ο ποιητής άκουγε τα περί «εκτάκτων» συνθηκών –που διαρκούσαν σχεδόν ένα μήνα– ως ενδιαφέρον δείγμα γλωσσικής απολίθωσης: η αδράνεια της γλώσσας είναι δευτερογενής. Προηγείται η αδράνεια των ανθρώπων.

 Βρέχει, κι αν τα νοήματα αναπτύσσονται κατά την εκφορά του λόγου στη διάρκεια της επικοινωνίας, τότε, αναρωτιέται ο ποιητής, ποιο νόημα έχει ήδη αποκτήσει, σύμφωνα με την κοινωνική σημειωτική, η λέξη νερό; Η λέξη ποτάμι; Βροχή;

Βρέχει κι ο Βλαντιμίρ τού θυμίζει κάθε τόσο ότι δυο μονάχα λέξεις μείνανε, και τι να κάνει μ’ αυτές ο ποιητής;

 Την πόλη οι Κρουπ και τα κρουπάκια καλλωπίζουν

Μ’ απειλητικών φρυδιών ρυτίδες στο κούτελο μπρος. 

Των νεκρών λέξεων τα μικρά πτώματα στο στόμα σαπίζουν.

Μόνο δυο ζούνε καλοπερνώντας

 –«κάθαρμα»

και μια άλλη,

θαρρώ –«μπορς*».

 

Οι ποετάστροι

Μούσκεμα στο κλάμα και στ’ αναφιλητά

Λακίζουν απ’ το δρόμο μ’ ανάκατη μαλλούρα:

«Πώς να τραγουδήσεις με δυο τέτοιες λέξεις μοναχά

την αρχοντοπούλα

και τον έρωτα

και το λούλουδο με τη δροσούλα;

 Δυο λέξεις είχαν απομείνει, «ποτάμι» και «πλημμύρα», κι ο ποιητής δεν μπορούσε να πει μ’ αυτές πολλά. Κάποτε σχημάτιζε φράσεις όπως «ποτάμι εσύ, το αίμα μου» ή «πλημμύρισα φως». Μα τώρα ένιωθε τις δυο λέξεις ακατάλληλες για ποίηση: πολύ στενά δεμένες με το γεγονός.

 Και βρέχει. Το ποτάμι έχει στις όχθες του ερειπωμένα εκκλησάκια κι ανθρώπους που κοιτάζονται μεταξύ τους επιφυλακτικά, σαν τα αγρίμια στη ζούγκλα, την ώρα που το νερό απειλεί τις πόρτες τους. Στην κοίτη του περιέχει οργανική ύλη, όπως χαμόκλαδα, ψοφίμια και ανυπεράσπιστους βάτραχους. Κομμάτια πολιτισμού, όπως σαμπρέλες, πλαστικά και λάσπη χημικά αλλοιωμένη.

Και στον πυθμένα του μέταλλα. Θησαυρούς που θα θαφτούν για να ξεθαφτούν μια μέρα, ως μνημεία ζωής που έψαχνε, κάποτε, τη γλώσσα της.

Βρέχει.

Η γλώσσα είναι μέσο διαχείρισης ισορροπιών.

Βρέχει.

Το ποτάμι έχει χάσει τη γλώσσα του.

 Ο ποιητής πήγαινε στο σχολείο κάθε μέρα και επέστρεφε σχεδόν άπρακτος, για να δειπνήσει μόνος στο σπίτι. Η νύχτα ήταν έρημη και λασπωμένη, μα ο ποιητής τυχερός: αν και πολλές δεκαετίες μακριά από χρόνια σκληρά (τότε που οι ποιητές πεινούσαν, αρρώσταιναν και πέθαιναν) και μολονότι ο ίδιος δεν πεινούσε και είχε άφθονα αντιβιοτικά, η νύχτα ήταν ακόμα λασπωμένη. Κι ο ποιητής αξία απαραίτητη.

 Τα παιδιά στο σχολείο φορούσαν πανομοιότυπα κίτρινα αδιάβροχα, αγορασμένα από το τοπικό σούπερ μάρκετ. Ήταν φτηνά, ελαφρά και τυλίγονταν σε μια θήκη όταν δεν έβρεχε. Τα είχαν μαζί τους στη δουλειά το πρωί, κυκλοφορούσαν μ’ αυτά στην τσάντα τους το μεσημέρι κι έρχονταν για μάθημα φορώντας τα το βράδυ. Η Εύα, ο Άγγελος, ο Σοκόλ, όλοι φορούσαν αυτά τα νάιλον ρούχα με την κουκούλα. Σαν μέλη ενός τάγματος μοναχών απροσδιόριστης ασκητικής και ιδεολογίας.

Και οι καθηγητές είχαν αγοράσει από ένα. Ήταν πρακτικό. Ό,τι έπρεπε για να διασχίζουν την αυλή και να μην κάνουν το γύρο της κάτω από το στέγαστρο. Η Νάντια τη διέσχιζε μ’ ένα τέτοιο, για να πάει από το γραφείο του διευθυντή σ’ εκείνο των καθηγητών. Η βροχή έφτιαχνε γύρω της μια κουρτίνα που ασήμιζε στον προβολέα, και θα μπορούσε, στα μάτια του ποιητή, να φιλτράρει την εικόνα της και να τη στείλει στον κόσμο της νοσταλγίας.

Αλλά δεν μπορούσε, γιατί το κίτρινο αδιάβροχο έκανε τις φιγούρες αξεχώριστες μεταξύ τους.

Ο ποιητής φορούσε κι αυτός το δικό του παρόμοιο αδιάβροχο κι έβγαινε στην αυλή κινούμενος ζωηρά, δήθεν ότι είχε δουλειά στο απέναντι γραφείο. Στην πραγματικότητα, μόλις είχε σκεφτεί κάτι και το περπάτημα τον βοηθούσε στην επεξεργασία της σκέψης. Από αυτή την άποψη η βροχή ήταν, γι’ αυτόν, ιδιαιτέρως ευεργετική: πρώτον, έθετε σε κίνηση τη διαδικασία ανάκλησης εικόνων, βάσει της αρχέγονης σχέσης «νερό που πέφτει-αποτυπώσεις της μνήμης». Και δεύτερον, εμπόδιζε τους άλλους να τον παρατηρούν στο άσκοπό του βολτάρισμα, που, καμιά φορά, συνοδευόταν κι από παραμιλητό.

Όσο για τους μαθητές, μέσα στο αλαλούμ του ωρολογίου προγράμματος, σουλατσάριζαν άσκοπα στη βρεγμένη αυλή. Κι όταν το νερό δεν έπεφτε δυνατά βάδιζαν, παίζοντας, με το πρόσωπο ψηλά και ανοιχτό το στόμα.

Μέσα στο ίδιο αλαλούμ, επίσης, οι κομμώτριες βρήκαν την ευκαιρία να δηλώσουν αποχή από το εργαστήριο. Πράγμα που, όμως, πέρασε απαρατήρητο: κανείς δεν κατάλαβε ότι απείχαν από κάτι.

Οι ίδιες, με τα κίτρινα αδιάβροχά τους ή χωρίς, κάθονταν στο παγκάκι κάτω από το στέγαστρο και φλυαρούσαν με τις ώρες για τα δικά τους. Κι όπως είχαν όχι μία, όχι δύο, αλλά  τρεις μητρικές γλώσσες, αν και μιλούσαν κυρίως ελληνικά, όχι μονάχα οι ρυθμοί τους αλλά και οι έννοιες αναμιγνύονταν. Πίσω από τον ήχο του νερού, που έσταζε από το στέγαστρο μονότονα, ο ποιητής έστηνε με περιέργεια αυτί να συλλάβει γλωσσικούς σχηματισμούς την ώρα της γένεσης.

 

 (Το βιβλίο από την Εστία)

(η φωτό από το http://www.widgetbox.com)