Μήνας: Ιουλίου 2009

Η Εύα φεύγει («Πρωινό Ιντερσίτυ», φινάλε)

roomsbythesee

Όσο οι δυο τους ήταν στο μπάνιο, η Εύα τακτοποιούσε τα πράγματα του Σοκόλ, που είχαν πέσει από τις τσέπες του: αναπτήρα, τσιγάρα, πορτοφόλι. Από όπου ξεπρόβαλλε, διπλωμένο, ένα χαρτάκι. Η Εύα το παρατήρησε για λίγο αφηρημένα, χωρίς να το πειράξει.

Κάτω απλώνονταν τα φώτα της πόλης, πέρα από το ποτάμι και τις γραμμές. Στο Λούνα Παρκ το στερέωμα έλαμπε. Η Εύα ανάσανε από το παράθυρο την άνοιξη. Το πρωί θα την έβλεπαν μαζί με τον Άγγελο στα φουγάρα, στο πιο απαλό από του χειμώνα κίτρινο γύρω τους.

Μαζί με τον Άγγελο. Για λίγο ακόμα καιρό.

Όσο για τις πλημμύρες, θα σταματούσαν. Έτσι τουλάχιστον τους έλεγαν: το ποτάμι θα σκεπαζόταν. Η Εύα-Παντμίνι δεν ήξερε αν οι πλημμύρες θα σταματούσαν. Όμως, άσχετα από αυτό, θα έφευγε.

Κι ακόμα, τέρμα πια το «Εύα-Παντμίνι». Στο κάτω κάτω, ούτε καν ήξερε πώς ήταν στην πραγματικότητα ένας λωτός, δεν είχε δει ποτέ της. Και τα περίεργα των παλιών Ινδών, κι αυτά της φαίνονταν πια παιδαριώδη. Η Ιρίνα της εξήγησε κάποτε ότι ήταν φυσικό οι γυναίκες εκείνες, οι πολύ παλιές, να ξέρουν να φτιάχνουν όλα αυτά τα περίπλοκα, συνταγές και τατουάζ και χειροτεχνίες: ήταν αναλφάβητες, κι αυτά αποτελούσαν τη γραμματική τους. Μα –από τότε μάθαμε γράμματα, έτσι δεν είναι; Είχε δίκιο ο Άγγελος που τη μάλωνε γιατί δεν διάβαζε αρκετά. Ήταν καιρός να πάψει να είναι η γυναίκα-λωτός.

Και να αφήσει και τον Άγγελο.

Δεν ήθελε ακριβώς να αφήσει τον Άγγελο. Ήθελε μονάχα να φύγει. Να μετακομίσει κάπου προς το κέντρο της πόλης. Μπορεί να της ήταν δυσκολότερο για το σχολείο, αλλά ήθελε να αλλάξει τη ζωή της. Πάνω από όλα, να βρει καλύτερο κομμωτήριο.

Άγγιξε μηχανικά τις μπούκλες της, που έφταναν ως κάτω από τη μέση. Πώς της το είχε πει; Οι αξίες του συστήματος. Μερικές μπορείς και να τις δέχεσαι, για να πηγαίνεις κόντρα σε άλλες.

Ναι, θα τα έκοβε.

Τα μαλλιά της.

ωωωωωωωωωωωωωωωωωω

Θα μπορούσαν να ανοίξουν κομμωτήριο με την Ιρίνα, όταν θα έπαιρναν τα πτυχία. Δικό τους κομμωτήριο. Οι Τράπεζες έδιναν δάνεια –έτσι δεν θα έκανε με το τυροπιτάδικο η μητριά της;

Όσο για την Ιρίνα, κατά κοινή ομολογία ήταν η καλύτερη στην τάξη. Σε όλα, από το πλύσιμο των σκευών μέχρι το ψαλίδι. Όχι ευφάνταστη σαν την Εύα, αλλά πολύ συστηματική και επιμελής. Δεν θα ήταν τέλειο να άνοιγαν μαζί, οι δυο τους, κομμωτήριο;

 Ο Άγγελος κι ο Σοκόλ βγήκαν από το μπάνιο. Ο Σοκόλ είχε συνέλθει αρκετά. Η Εύα τους κοίταξε καθώς συνομιλούσαν, μετά κοίταξε γύρω το δωμάτιο με νοσταλγία. Φαντάστηκε τον Άγγελο να της λέει «έχω κάτι να σου πω». (Ήταν σίγουρη ότι είχε κάτι να της πει). Και φαντάστηκε επίσης τον εαυτό της να απαντάει «κι εγώ έχω κάτι να σου πω».

Πώς θα ήταν τις πρώτες μέρες; Και τι θα γινόταν μετά; Αφού θα βρίσκονταν, στο σχολείο.

Κάποτε είχε κοιτάξει την παλάμη του και είχε πει πως έβλεπε δικό της ταξίδι –αλλά γιατί το έβλεπε στη δική του παλάμη; Κι εκείνος της είχε απαντήσει ότι τα χέρια τους ήταν κοινά. Αλλά, όμως, να, μωρό μου, που δεν είναι και τόσο κοινά.

Μάζεψε τα μαλλιά της και πρότεινε να φτιάξει καφέ. Ο Σοκόλ είπε όχι, καλύτερα να πήγαινε. Είχε ήδη αργήσει για την αγορά. Καθώς τον βοηθούσε να μαζέψει τα πράγματά του, το χαρτάκι που ξεπρόβαλλε από το πορτοφόλι του έπεσε. Πριν το ξαναβάλει στη θέση του, η Εύα στάθηκε και διάβασε:

 Αν φύγεις εκεί που η θάλασσα σμίγει με μουσικές και με φώτα

Να θυμάσαι κάνει κρύο σ’ αυτόν τον παράξενο κόσμο

Δεν έχω τίποτε άλλο, μόνο δάκρυα

Που παίζουν με το μουσκεμένο φως του δρόμου.

 Η Εύα σκέφτηκε πως της άρεσε πιο πολύ η φράση «σ’ αυτό τον παράξενο κόσμο». Κι ακόμα πως οι ποιητές –τουλάχιστον ο συγκεκριμένος– ήταν μάλλον αχάριστοι: είχαν περισσότερο από δάκρυα, τελικά.

(Το Πρωινό Ιντερσίτυ κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εστία)

Ο πίνακας στην αρχή του ποστ είναι  του Edward Hopper 

Η φωτογραφία του κοριτσιού είναι του Πάνου Λύρη (κλικ)

Οι στίχοι είναι του Νίκου Αλέξη Ασλάνογλου

Οι εθελοντές σε PDF

…δηλαδή ο πρόλογος και το πρώτο κεφάλαιο.  Μπορείτε να τα διαβάσετε εδώ.

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τα Ελληνικά Γράμματα .

ωωωωωωω

Τα μέλη της μη κυβερνητικής οργάνωσης Πολίτες του Πλανήτη ετοιμάζονται για το Πανευρωπαϊκό τους Συνέδριο σε ένα νησί του Αιγαίου. Όμως, λίγους μήνες πριν από το συνέδριο, μια νεαρή φώκια, αγαπημένη και προστατευόμενη μιας φιλικής τους οργάνωσης οικολόγων, βρίσκεται νεκρή, μαχαιρωμένη, σε μια έρημη παραλία του νησιού…

ωωωωιιιιι

Το κάστρο, που τα σπίτια του ακόμα κατοικούνταν, αν και πολλά κατώγια είχαν παραλλαχθεί σε καταστήματα ή μπαράκια, κρατούσε ανέπαφη την ψυχή των πειρατών στα δαιδαλώδη του περάσματα. Τα βλέμματα των ντόπιων ήταν αλλιώτικα από των επισκεπτών. Σαν να έρχονταν από άλλους καιρούς, κουβαλώντας ανώφελα μια σοφία που κανείς, ούτε οι ίδιοι, δεν ήξερε πια τι να την κάνει. Ακόμα και οι γάτες σαν να φύλαγαν στα κύτταρά τους μυστικά αιώνων (της πέτρας, των βοτάνων, του σεληνόφωτος) και να τα σεργιάνιζαν, χωρίς κανείς να το αντιλαμβάνεται, στο σκιερό βασίλειό τους.

Ιάσονας και Θαλάσσιο Πάρκο, οικολόγοι και Πολίτες του Πλανήτη, αφίσες κι ευρωπαϊκά πακέτα. Όλα αυτά πώς αλήθεια συνυπήρχαν μ’ αυτόν τον κόσμο της σκιάς μέσα στο καταμεσήμερο; της γλυκιάς, αποχαυνωτικής σιωπής;

(Από το κεφάλαιο «Οι σύνεδροι» )

ωωωωαιιι

Τις φωτογραφίες υπογράφει ο Πάνος Λύρης

(www.panoslyris.com )

Eπίσης κι εδώ