Βράδυ στο λιμάνι (από το «Μαχαίρι στην μπότα»)

cebbceb9cf87cf84ceb5cebdcf83cf84ceb1ceb9cebd-cf84ceb5cf871

Το βράδυ στο λιμάνι είναι ένα μαγικό τρισδιάστατο σινεμά. Τα πλεούμενα όγκοι που διαγράφονται σκοτεινοί, με σιωπηλές σκιές κι ασημιές αντανακλάσεις εδώ κι εκεί στις άκρες τους κι ανάμεσά τους σκόρπιες κουκιδίτσες αστρόσκονης που τρεμοσβήνουν. Δεν έχει φεγγάρι και τα φώτα του λιμανιού καθρεφτίζονται στα νερά και στα πρόσωπα. Μια απαλή ομίχλη απλώνεται σε κάποια απόσταση απ’ τα μάτια μου, διαλύει το φως και περιβάλλει τα τεράστια καράβια, φορτηγά, φέρι μποτ, άλλα μικρότερα πιο μπροστά, που φεύγουν και σφυρίζουν και όσα είναι δεμένα χτυπάνε τα κατάρτια και ψιθυρίζουν μεταξύ τους παλιές ιστορίες. Κι ανάμεσά τους τα φαντάσματα των πειρατών ή των παλιών ναυτικών, ή του αγοριού που πνίγηκε ένα βράδυ απ’ την εξέδρα στα μαύρα νερά μέσα στο πετρέλαιο και το πνεύμα του βγαίνει κάθε νύχτα στην ομίχλη και λέει εδώ είμαι, είμαι δεκαεφτά και ήθελα να ζήσω, η μάνα μου είναι μοδίστρα στη Δραπετσώνα κι έχει τρελαθεί, βγαίνει στη γειτονιά και μιλάει με τ’ αστέρια, και το κορίτσι που άφησα στην προβλήτα να περιμένει ήταν όμορφο, δεν πρόλαβα τον έρωτα, να δω πώς είναι, θέλω να ζήσω. Και τα κατάρτια χτυπάνε στο λιμάνι και τα φαντάσματα γελούν, όλοι ψιθυρίζουν το ίδιο, θέλουν να ζήσουν. Μα οι φωνές και η φασαρία και τα πήγαινε έλα και οι άνθρωποι με τα εμπορεύματα που βρίζουν σε ξαναφέρνουν στην πραγματικότητα. Φορτηγά αυτοκίνητα που βιάζονται να φορτώσουν, να φύγει το εμπόρευμα να προλάβουν, η ζωή συνεχίζεται, ο κόσμος δουλεύει και ζει, και το βράδυ στο νησάκι που θα φτάσουν ένα ήσυχο καπηλειό θα τους δεχτεί με το κρασί, τη νοσταλγία και την κουβέντα.

Κάθομαι μόνη μου στην άκρη του μόλου, μαγεμένη. Κανείς δεν μου δίνει σημασία. Είμαι ένα παιδί που έχασε τη μάνα του, ένα σκυλί μακριά απ’ το σπίτι. Είμαι μόνο δεκαπέντε και θέλω να μπω σ’ όλα τα πλοία, να κοιμηθώ στα καταστρώματα, να δω τους φάρους να λάμπουν σ’ άλλες θάλασσες. Η μουσική θα είναι Nights in white satin και η ψυχή μου χαμένη μέσα στους κάβους τους μουσκεμένους από τ’ αλάτι, τους πάγκους και τους όμορφους ελεύθερους άντρες, που δεν έχουν το νου τους πώς να πιάσουν, αλλά το βλέμμα τους πετάει ψηλά κι ο νους μακριά, κι όταν θέλουν κάνουν έρωτα ήσυχα κι απλά, χωρίς να παινεύονται, πολύ τρυφερά, όπως οι αληθινοί άντρες. Να είμαι εκεί με το Δημήτρη και να φεύγουμε, και πίσω το λιμάνι να εκραγεί, άσπρη και χρυσή βεντάλια, κι εμείς να ξαναφτιάξουμε τον κόσμο.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s