Μήνας: Απρίλιος 2009

Βράδυ στο λιμάνι (από το «Μαχαίρι στην μπότα»)

cebbceb9cf87cf84ceb5cebdcf83cf84ceb1ceb9cebd-cf84ceb5cf871

Το βράδυ στο λιμάνι είναι ένα μαγικό τρισδιάστατο σινεμά. Τα πλεούμενα όγκοι που διαγράφονται σκοτεινοί, με σιωπηλές σκιές κι ασημιές αντανακλάσεις εδώ κι εκεί στις άκρες τους κι ανάμεσά τους σκόρπιες κουκιδίτσες αστρόσκονης που τρεμοσβήνουν. Δεν έχει φεγγάρι και τα φώτα του λιμανιού καθρεφτίζονται στα νερά και στα πρόσωπα. Μια απαλή ομίχλη απλώνεται σε κάποια απόσταση απ’ τα μάτια μου, διαλύει το φως και περιβάλλει τα τεράστια καράβια, φορτηγά, φέρι μποτ, άλλα μικρότερα πιο μπροστά, που φεύγουν και σφυρίζουν και όσα είναι δεμένα χτυπάνε τα κατάρτια και ψιθυρίζουν μεταξύ τους παλιές ιστορίες. Κι ανάμεσά τους τα φαντάσματα των πειρατών ή των παλιών ναυτικών, ή του αγοριού που πνίγηκε ένα βράδυ απ’ την εξέδρα στα μαύρα νερά μέσα στο πετρέλαιο και το πνεύμα του βγαίνει κάθε νύχτα στην ομίχλη και λέει εδώ είμαι, είμαι δεκαεφτά και ήθελα να ζήσω, η μάνα μου είναι μοδίστρα στη Δραπετσώνα κι έχει τρελαθεί, βγαίνει στη γειτονιά και μιλάει με τ’ αστέρια, και το κορίτσι που άφησα στην προβλήτα να περιμένει ήταν όμορφο, δεν πρόλαβα τον έρωτα, να δω πώς είναι, θέλω να ζήσω. Και τα κατάρτια χτυπάνε στο λιμάνι και τα φαντάσματα γελούν, όλοι ψιθυρίζουν το ίδιο, θέλουν να ζήσουν. Μα οι φωνές και η φασαρία και τα πήγαινε έλα και οι άνθρωποι με τα εμπορεύματα που βρίζουν σε ξαναφέρνουν στην πραγματικότητα. Φορτηγά αυτοκίνητα που βιάζονται να φορτώσουν, να φύγει το εμπόρευμα να προλάβουν, η ζωή συνεχίζεται, ο κόσμος δουλεύει και ζει, και το βράδυ στο νησάκι που θα φτάσουν ένα ήσυχο καπηλειό θα τους δεχτεί με το κρασί, τη νοσταλγία και την κουβέντα.

Κάθομαι μόνη μου στην άκρη του μόλου, μαγεμένη. Κανείς δεν μου δίνει σημασία. Είμαι ένα παιδί που έχασε τη μάνα του, ένα σκυλί μακριά απ’ το σπίτι. Είμαι μόνο δεκαπέντε και θέλω να μπω σ’ όλα τα πλοία, να κοιμηθώ στα καταστρώματα, να δω τους φάρους να λάμπουν σ’ άλλες θάλασσες. Η μουσική θα είναι Nights in white satin και η ψυχή μου χαμένη μέσα στους κάβους τους μουσκεμένους από τ’ αλάτι, τους πάγκους και τους όμορφους ελεύθερους άντρες, που δεν έχουν το νου τους πώς να πιάσουν, αλλά το βλέμμα τους πετάει ψηλά κι ο νους μακριά, κι όταν θέλουν κάνουν έρωτα ήσυχα κι απλά, χωρίς να παινεύονται, πολύ τρυφερά, όπως οι αληθινοί άντρες. Να είμαι εκεί με το Δημήτρη και να φεύγουμε, και πίσω το λιμάνι να εκραγεί, άσπρη και χρυσή βεντάλια, κι εμείς να ξαναφτιάξουμε τον κόσμο.

Στην τάξη (από το Πρωινό Ιντερσίτυ)

nikos1-033

Στο πρώτο μάθημα Αγγλικών ο ποιητής τους έφερε ασκήσεις με το tomorrow. Μα είτε για το κέφι του είτε γιατί ασυναίσθητα είδε στα πρόσωπά τους το ερέθισμα, αντί για τις ασκήσεις τούς έδωσε στίχους:

 Tomorrow, for the young, the poets exploding like bombs,

The walks by the lake, the winter of perfect communion;

Tomorrow the bicycle races

Through the suburbs on summer evenings: but today the struggle.*

 «Το ‘αύριο’ είναι μια λέξη με πολλά νοήματα. Είναι ωραία λέξη, έτσι;» είπε.

Συνέχισε τονίζοντας ότι το today ήταν κυρίως αυτό που έδινε το ιδιαίτερο βάρος στο tomorrow -και ξαναγυρίζοντας έτσι στη γραμματική, που θεωρεί τις λέξεις ως σύστημα αντιθέσεων.

Τέτοιες παρεκβάσεις του χρησίμευαν πιο πολύ του ίδιου, ως ασκήσεις γλωσσικής εγρήγορσης. Οι μαθητές σπάνια ανταποκρίνονταν, το πολύ να τον άκουγαν για λίγο με κάπως αυξημένη προσοχή. Ετοιμαζόταν να συνεχίσει με τις συμβατικές ασκήσεις, όταν ο Άγγελος τον διέκοψε:

«Αυτό το the struggle, κύριε, νομίζω πως είναι το πιο σημαντικό, από αυτό εξαρτώνται τα υπόλοιπα».

Ο ποιητής πήγε να πει πάλι κάτι για την αντιθετική δομή του ποιήματος αλλά τότε πετάχτηκε ο Σοκόλ, που όλη την ώρα τον κοιτούσε κατάματα: «Χωρίς την ποίηση ούτε το struggle έχει αξία», είπε.

Απέμεινε άφωνος. Σε τι τάξη βρισκόταν; Αυτή δεν ήταν η Β΄ Πληροφορικής του Τεχνικού Εσπερινού, ανάμεσα στις γραμμές και το ποτάμι; Συνήλθε ακούγοντας τον Άγγελο να αντιτείνει στον Σοκόλ ότι «δεν έκανε και κανένα struggle αυτός που έγραψε το ποίημα», κι έσπευσε να υπερασπιστεί τον Ώντεν: είχε πάρει μέρος στον ισπανικό εμφύλιο.

«Ως ποιητής;» επέμεινε ο Άγγελος.

«Ως τραυματιοφορέας», αναγκάστηκε να παραδεχτεί ο ποιητής.

Κλέβοντας χρόνο για να κουρντίσει τη σκέψη του είπε κάτι κοινότοπο για την κοινωνία και την ποίηση. Κι ότι δεν ξέρουμε ποιο από τα δυο προηγείται -η κοινωνία βέβαια το πιθανότερο. Έπειτα, μη βοηθούμενος άλλο από τους μουδιασμένους ιστούς του, επέστρεψε στη ρουτίνα του μαθήματος, υποσχόμενος στον εαυτό του την επόμενη φορά να προετοιμαστεί καλύτερα.

Στο τέλος της ώρας τον πλησίασε ο Σοκόλ: «Αυτό που λέγατε για την ποίηση και την κοινωνία…» είπε και δίστασε, περιμένοντας ενθάρρυνση.

«Ναι;»

«Έχω διαβάσει πολύ Αραβική ποίηση…» Σταμάτησε πάλι. Ο ποιητής τον κοίταξε προσεχτικά: το φως της αίθουσας φώτιζε άπλετα το έξυπνο πρόσωπο με τα γυαλιά και το ευθύ, αμυδρά περιπαιχτικό βλέμμα. Του χαμογέλασε. Ο Σοκόλ τότε τον ρώτησε αν το ήξερε πως οι Άραβες ποιητές είχαν στραφεί στον ελεύθερο στίχο μετά την κατάληψη της Παλαιστίνης. Ο ποιητής απάντησε πως το ήξερε, και να που συμφωνούσαν. Και υποσχέθηκε στον εαυτό του να θυμηθεί τους Άραβες ποιητές.

«Κι ένας ποιητής της πατρίδας μου», συνέχισε ενθαρρυμένος ο Σοκόλ, «λέει πως από τη φωτιά που γκρέμισε τα παλιά ιδανικά -εννοεί, ξέρετε, την πτώση του καθεστώτος- βγήκαν άλλου είδους στίχοι».

Ο ποιητής ένιωσε πως το παιδί άξιζε τον κόπο. «Πώς σε λένε;» ρώτησε.

«Σοκόλ. Που θα πει, στη γλώσσα μου, γεράκι».

Εκείνη τη στιγμή πλησίασε ο Άγγελος: «Ποιος είναι ο λόγος της ποίησης-Που βγαίνει απ’ το ποιώ-Και που σημαίνει πράττω-Ζητάω την απάντηση-Απ’ τους ακινητοποιημένους**».

Είπε σε τόνο όχι απαγγελίας, αλλά κουβέντας. Ύστερα -κι ενώ ο ποιητής εντυπωσιασμένος σκεφτόταν πως αυτός ο τύπος είχε κάτι που σε έκανε με τη μία να μην τον ξεχνάς- πήρε τον Σοκόλ και απομακρύνθηκαν.

*Από to Spain 1939 του Auden

**Στίχοι της Κατερίνας Γώγου

Τον πίνακα υπογράφει ο διαδικτυακός φίλος μου Νικόλας.

Εκδόσεις Εστία

Ιάσονας (από τους «Εθελοντές»)

akth1 

Ο Ιάσονας μόλις που πρόλαβε να αντιληφθεί ότι αυτό που γυάλιζε στο φεγγαρόφωτο, στην άκρη του υψωμένου χεριού, δεν ήταν ψάρι. Mε μια απότομη κίνηση το μαχαίρι βρήκε την καρωτίδα. Ο Ιάσονας σωριάστηκε άψυχος ανάμεσα στα βράχια, κοντά στο σημείο όπου έσκαγε η θάλασσα.

Λίγο μετά το ξημέρωμα, το νησί δεν είχε ακόμα αναδυθεί από την πρωινή του πάχνη. Στην άκρη της μικρής παραλίας, γονατιστός και ντυμένος τη μαύρη εφαρμοστή στολή του δύτη, ο Άλεξ κοίταζε το κουφάρι μπροστά του. Το αίμα είχε τρέξει στην άμμο, κι όπως ο Ιάσονας είχε κουλουριαστεί ελαφρά έμοιαζε πιο μικρόσωμος από ό,τι ήταν στην πραγματικότητα. Ο Άλεξ τον χάιδεψε. Ήταν περήφανο ζώο ο Ιάσονας, σαν όλους του είδους του: μια φώκια-καλόγερος, μια μεσογειακή monachus.

Το μαχαίρι στο χέρι του Άλεξ ήταν λαμπερό, πλυμένο από το νερό.

Και κοφτερό, δεν υπήρχε αμφιβολία.

Και αναγνωρίσιμο. Ούτε γι’ αυτό υπήρχε αμφιβολία.

Αρκετή ώρα μετά σηκώθηκε και σκαρφάλωσε αποφασιστικά στο βράχο πάνω από τη σπηλιά του Ιάσονα. Στάθηκε όρθιος, σήκωσε το χέρι του και το τίναξε με δύναμη, πετώντας το μαχαίρι μακριά. Στη στιγμή το κατάπιε η θάλασσα, που με το κύμα της θα το παράσερνε μακριά από την ακτή.

 

(Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα )