Οι φάσεις της ποιητικής δημιουργίας (Από το «Πρωινό Ιντερσίτυ»)

manonguitar

Η πηγή

Παραλία, στην πόλη του βορρά: οι καφέδες, αυτοί που χτυπιόνταν με το κουταλάκι επί δεκάλεπτο, να γίνουν κρέμα πριν δεχτούν το νερό, μοσχομύριζαν στις σάλες κάτω από φώτα διαθλασμένα στη βροχή. Όταν έβρεχε. Γιατί όταν δεν έβρεχε, καφέδες και πελάτες με τα κουταλάκια στα χέρια μεταφέρονταν στο πεζοδρόμιο. Κι όταν ο καιρός γλύκαινε ο ζεστός καφές έδινε τη θέση του στο φραπέ και τα κουταλάκια στα καλαμάκια. Που εκείνα τα χρόνια δεν λύγιζαν από τη μια τους άκρη.

 Τίποτα δεν λύγιζε εκείνα τα χρόνια. Ούτε η Νάντια, στα είκοσι, όρθια πλάι στη θάλασσα με τον αέρα να θαμπώνει τη μορφή της, να την ενσωματώνει στο φως. Ήταν ένα πλάσμα όλο ίνες που έφερνε στο νου τραγούδια για ταξίδια κόντρα στον άνεμο.

Εκτός από το νου του ποιητή. Εκεί έφερνε τη γοργόνα του παραμυθιού, με τα ψεύτικα πόδια που πονούσαν πολύ σε κάθε βήμα. Που τα φόρεσε για να συναντήσει το πριγκιπόπουλο κι έκρυβε το μυστικό της με το γέλιο. Ένα γέλιο ανάλαφρο μέταλλο, τυλιγμένο στην πάχνη του πρωινού ή απόμακρο, απλωμένο ψηλά πάνω από την πόλη και την παραλία.

Όσο για το πριγκιπόπουλο, δεν ήταν βέβαια ο ποιητής, ποτέ δεν γίνεται έτσι. Ήταν ο δραστήριος φοιτητής που σκάρωνε δεκάδες μέτρα πανό και μετρούσε κάλπες με ψήφους. Που πέρασε στα τέσσερα χρόνια των σπουδών από όλες τις βαθμίδες της μεγαλύτερης τότε νεολαίας. Που ήταν ευφυολόγος κι ευφραδής, που έφτιαχνε πλάνα και προγράμματα για τον καινούργιο κόσμο. Το πριγκιπόπουλο το έλεγαν Μηλόπουλο και κοιμόταν κάθε βράδυ με τη Νάντια.

Επί τέσσερα χρόνια ο ποιητής -που τότε ακόμα δεν ήταν ποιητής- άκουγε τα λόγια του Μηλόπουλου. Λόγια ανεξάντλητα, διανθισμένα με στίχους, τσιτάτα κι ανέκδοτα. Λόγια που εκτοξεύονταν κυρίως επάνω στη Νάντια κι ο ποιητής τα έξυνε διαρκώς από την εικόνα της για να την αφήσει και πάλι καθαρή την ώρα που εκείνη πήγαινε για ύπνο. Με τον Μηλόπουλο.

Ώσπου μια νύχτα την είδε να λάμπει παράξενα κι ένιωσε ακόμα μεγαλύτερο πόνο, γιατί δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί έλαμπε κι αυτό ήταν πιο οδυνηρό κι από τον Μηλόπουλο.

Η γέννηση

Ζωή είναι μονάχα η στιγμή, έλεγε η Νάντια, η στιγμή που φεύγει.

Κι η Νάντια έφυγε. Με τον Μηλόπουλο. Αμέσως μετά την αποφοίτηση. Άφησε πίσω της την Άνω Πόλη και το βορρά για πάντα, έτσι είπε.

Κι ο ποιητής έφυγε κι αυτός από την πόλη του. Για να αφήσει τις μνήμες ανέγγιχτες στα χρόνια που θα έρχονταν. Για να τηρήσει με τον τρόπο του ό,τι εκείνη είχε πει.

Κι ύστερα, το έμαθε από γνωστούς, η Νάντια γύρισε. Γύρισε! Για να κάνει, λέει, διδακτορικό!

Τότε ήταν που ο ποιητής άρχισε να γράφει. Όχι τόσο ακόμα για να μιλήσει, όσο κυρίως για να αντισταθεί στην αποδοχή ότι τα λόγια είναι μόνο λόγια. Για να περισώσει κάπως το κύρος τους σε σχέση με μια συνείδηση αντανακλώμενη πολύ αμυδρά στις λέξεις, συνείδηση δηλαδή που μόνο με την ποίηση θα μπορούσε ίσως κάποτε να φανερώσει.

 Στην αρχή μουτζούρωνε. Με την εικόνα της, μια μάσκα γέλιου σχεδόν πληγή, σκυμμένη επάνω του τις νύχτες.

Έπειτα έγραψε κανονικά. Και πολύ.

Στίχους μονάχα βέβαια. Αλλά στο βάθος τους τρεμόπαιζε η ελπίδα πως κάποτε, με τη βοήθειά τους, θα συναντούσε όχι μονάχα την πληγή μα και τη λάμψη της.

Κάποτε, με το πλήρωμα του χρόνου. Τη λάμψη της την ανεξήγητη.

Η αγωνία

α)  Το έργο του ποιητή άρχισε να παίρνει μορφή. Μα ενώ στην αρχή είχε φανταστεί μια σύνθεση με εναλλασσόμενες υπόνοιες χαράς και θλίψης, τελικά οι λέξεις, στις μεταξύ τους σχέσεις, σχημάτιζαν έναν κόσμο από εικόνες φωτεινές και ξεκάθαρες. Ένα σύμπαν όχι στοιχειωμένο από το άφατο, αλλά γεμάτο ζωντανές παρουσίες.

Τα πρόσωπα ήταν οριστικά εμπνευσμένα από τον Άγγελο και τη Νάντια. Όμως, ενώ η Νάντια είχε γίνει και πάλι πηγή έμπνευσης γόνιμη και σαφής -ενώ δηλαδή οι ιδέες που του γεννούσε έρχονταν εύκολα και διαυγείς στη συνείδησή του- ο Άγγελος παρέμενε ασαφές συμπλήρωμα. Μέχρι που, ποιητικά, έγινε όντως «άγγελος»: η εύκολη λύση του φορέα διττών νοημάτων.

Πράγμα που για τον ποιητή ήταν λίγο. Ξενυχτούσε, έσβηνε κείμενα, πονούσαν τα μάτια του.

Και συνέχιζε να αμελεί τη Νάντια.

 β) Τις τελευταίες μέρες το έργο του, αυτό που εμπνεόταν από τη Νάντια και τον Άγγελο, είχε πάλι σκαλώσει. Κάτι δεν πήγαινε καλά, κάτι φαινόταν ψεύτικο όταν ξαναδιάβαζε τις σελίδες. Και μπορεί βέβαια η αλήθεια ενός έργου να μη στηρίζεται στην αντιστοιχία του προς τα πράγματα, ωστόσο ο ποιητής ένιωθε πως αγνοούσε κάτι βασικό κι ότι αυτό τον εμπόδιζε να τη στηρίξει οπουδήποτε.

Χρειαζόταν, όμως, να το μάθει; Χρειαζόταν να ξαναγράψει το ποίημα;

Ακούμπησε δίπλα του το πλαστικό κυπελλάκι του καφέ και έβγαλε από την τσάντα το έργο του. Τι θα έλειπε από τον κόσμο αν το πετούσε στα σκουπίδια;

Σήκωσε το βλέμμα από τα χαρτιά: η Νάντια στεκόταν στην αποβάθρα.

meeting-the-train1

Η εξέλιξη

Καθώς το τρένο ανέβαινε τη ραχοκοκαλιά της χώρας, το μυαλό του ποιητή έχανε βάρος και γινόταν ευκίνητο. Η ελαφράδα και μαζί η ένταση, το άνοιγμα του ορίζοντα και η δύναμη της καθαρής ματιάς διεύρυναν σταδιακά την αντίληψή του. Προνομιούχος και μεγαλόπρεπος, διέσχιζε τη φύση μέσα σε ένα θεωρείο: ο ποιητής, οριστικά και από καιρό, δεν ανήκε στη φύση. Ανήκε στη λέξη.

 Κι εκείνη ακριβώς τη στιγμή, φτάνοντας στο απόγειό της, η σχέση του και μ’ αυτήν ακυρώθηκε. Ή μεταβλήθηκε δραματικά: όπως το ιντερσίτυ άφηνε πίσω του μια σκιερή κοιλάδα κι έβγαινε πάλι στην απλωμένη γη, ο ποιητής είδε τα ποιήματά του -όλα τα άγραφα ποιήματα- τελειωμένα: ένα σύνολο γεμάτο αρμονία, γλυκύτατα πράσινα και απαλά μοβ και καφέ σ’ ένα φόντο καθαρό σαν τον παράδεισο. Σε μια ενότητα καλύτερη από την αρχική.

Και κατάλαβε τότε ότι ο τρόπος σύλληψης του κόσμου δεν μπορεί παρά να είναι για τον καθένα μοναδικός. Μετά τα πρώτα βήματα καμιά προηγούμενη ποίηση δεν βοηθάει, το ατομικό τοπίο πρέπει να ολοκληρωθεί με τους δικούς του νόμους.

Οι λέξεις βέβαια είναι κοινές αναγκαστικά, με αυτές ποιητές και αναγνώστες πορεύονται, όπως μπορούν. Η γλώσσα; Ναι, σημαντικό. Αλλά δεν είναι το κύριο.

Η επιστροφή στην πηγή

Άλλωστε τα ποιήματά του δεν χρειάζονταν παρά μόνο μια λέξη. Γιατί, πώς αλλιώς να της το έλεγε; Πώς να της εξηγούσε κάτι από τη συμπάθεια, τη στοργή, το ενδιαφέρον; Πόσο σαφής μπορούσε να γίνει απέναντί της;

Όταν ήταν παιδί κοιτούσε το διάστημα κι ένα αστέρι στον ορίζοντα. Υπήρχε αρκετή σαφήνεια σε αυτό. Αργότερα άρχισε τους πειραματισμούς. Με μια γραφή-φόβο θανάτου, ταγμένη να νοηματοδοτεί την απουσία της. Τώρα όμως ό,τι φράσεις και να συνδύαζε δεν έμοιαζαν παρά με λεπτό επίστρωμα από ηχητικά σημεία. Έστω, με σύνολο κυματισμών που μετέβαλλαν απαλά την εντύπωση, μα άφηναν τον πυρήνα αμετάβλητο: ό,τι και να έγραφε ο ποιητής, δεν ήταν παρά επιφανειακή δομή του σ’ αγαπώ.

(εκδόσεις Εστία )

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s