Μήνας: Μαρτίου 2009

Οι φάσεις της ποιητικής δημιουργίας (Από το «Πρωινό Ιντερσίτυ»)

manonguitar

Η πηγή

Παραλία, στην πόλη του βορρά: οι καφέδες, αυτοί που χτυπιόνταν με το κουταλάκι επί δεκάλεπτο, να γίνουν κρέμα πριν δεχτούν το νερό, μοσχομύριζαν στις σάλες κάτω από φώτα διαθλασμένα στη βροχή. Όταν έβρεχε. Γιατί όταν δεν έβρεχε, καφέδες και πελάτες με τα κουταλάκια στα χέρια μεταφέρονταν στο πεζοδρόμιο. Κι όταν ο καιρός γλύκαινε ο ζεστός καφές έδινε τη θέση του στο φραπέ και τα κουταλάκια στα καλαμάκια. Που εκείνα τα χρόνια δεν λύγιζαν από τη μια τους άκρη.

 Τίποτα δεν λύγιζε εκείνα τα χρόνια. Ούτε η Νάντια, στα είκοσι, όρθια πλάι στη θάλασσα με τον αέρα να θαμπώνει τη μορφή της, να την ενσωματώνει στο φως. Ήταν ένα πλάσμα όλο ίνες που έφερνε στο νου τραγούδια για ταξίδια κόντρα στον άνεμο.

Εκτός από το νου του ποιητή. Εκεί έφερνε τη γοργόνα του παραμυθιού, με τα ψεύτικα πόδια που πονούσαν πολύ σε κάθε βήμα. Που τα φόρεσε για να συναντήσει το πριγκιπόπουλο κι έκρυβε το μυστικό της με το γέλιο. Ένα γέλιο ανάλαφρο μέταλλο, τυλιγμένο στην πάχνη του πρωινού ή απόμακρο, απλωμένο ψηλά πάνω από την πόλη και την παραλία.

Όσο για το πριγκιπόπουλο, δεν ήταν βέβαια ο ποιητής, ποτέ δεν γίνεται έτσι. Ήταν ο δραστήριος φοιτητής που σκάρωνε δεκάδες μέτρα πανό και μετρούσε κάλπες με ψήφους. Που πέρασε στα τέσσερα χρόνια των σπουδών από όλες τις βαθμίδες της μεγαλύτερης τότε νεολαίας. Που ήταν ευφυολόγος κι ευφραδής, που έφτιαχνε πλάνα και προγράμματα για τον καινούργιο κόσμο. Το πριγκιπόπουλο το έλεγαν Μηλόπουλο και κοιμόταν κάθε βράδυ με τη Νάντια.

Επί τέσσερα χρόνια ο ποιητής -που τότε ακόμα δεν ήταν ποιητής- άκουγε τα λόγια του Μηλόπουλου. Λόγια ανεξάντλητα, διανθισμένα με στίχους, τσιτάτα κι ανέκδοτα. Λόγια που εκτοξεύονταν κυρίως επάνω στη Νάντια κι ο ποιητής τα έξυνε διαρκώς από την εικόνα της για να την αφήσει και πάλι καθαρή την ώρα που εκείνη πήγαινε για ύπνο. Με τον Μηλόπουλο.

Ώσπου μια νύχτα την είδε να λάμπει παράξενα κι ένιωσε ακόμα μεγαλύτερο πόνο, γιατί δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί έλαμπε κι αυτό ήταν πιο οδυνηρό κι από τον Μηλόπουλο.

Η γέννηση

Ζωή είναι μονάχα η στιγμή, έλεγε η Νάντια, η στιγμή που φεύγει.

Κι η Νάντια έφυγε. Με τον Μηλόπουλο. Αμέσως μετά την αποφοίτηση. Άφησε πίσω της την Άνω Πόλη και το βορρά για πάντα, έτσι είπε.

Κι ο ποιητής έφυγε κι αυτός από την πόλη του. Για να αφήσει τις μνήμες ανέγγιχτες στα χρόνια που θα έρχονταν. Για να τηρήσει με τον τρόπο του ό,τι εκείνη είχε πει.

Κι ύστερα, το έμαθε από γνωστούς, η Νάντια γύρισε. Γύρισε! Για να κάνει, λέει, διδακτορικό!

Τότε ήταν που ο ποιητής άρχισε να γράφει. Όχι τόσο ακόμα για να μιλήσει, όσο κυρίως για να αντισταθεί στην αποδοχή ότι τα λόγια είναι μόνο λόγια. Για να περισώσει κάπως το κύρος τους σε σχέση με μια συνείδηση αντανακλώμενη πολύ αμυδρά στις λέξεις, συνείδηση δηλαδή που μόνο με την ποίηση θα μπορούσε ίσως κάποτε να φανερώσει.

 Στην αρχή μουτζούρωνε. Με την εικόνα της, μια μάσκα γέλιου σχεδόν πληγή, σκυμμένη επάνω του τις νύχτες.

Έπειτα έγραψε κανονικά. Και πολύ.

Στίχους μονάχα βέβαια. Αλλά στο βάθος τους τρεμόπαιζε η ελπίδα πως κάποτε, με τη βοήθειά τους, θα συναντούσε όχι μονάχα την πληγή μα και τη λάμψη της.

Κάποτε, με το πλήρωμα του χρόνου. Τη λάμψη της την ανεξήγητη.

Η αγωνία

α)  Το έργο του ποιητή άρχισε να παίρνει μορφή. Μα ενώ στην αρχή είχε φανταστεί μια σύνθεση με εναλλασσόμενες υπόνοιες χαράς και θλίψης, τελικά οι λέξεις, στις μεταξύ τους σχέσεις, σχημάτιζαν έναν κόσμο από εικόνες φωτεινές και ξεκάθαρες. Ένα σύμπαν όχι στοιχειωμένο από το άφατο, αλλά γεμάτο ζωντανές παρουσίες.

Τα πρόσωπα ήταν οριστικά εμπνευσμένα από τον Άγγελο και τη Νάντια. Όμως, ενώ η Νάντια είχε γίνει και πάλι πηγή έμπνευσης γόνιμη και σαφής -ενώ δηλαδή οι ιδέες που του γεννούσε έρχονταν εύκολα και διαυγείς στη συνείδησή του- ο Άγγελος παρέμενε ασαφές συμπλήρωμα. Μέχρι που, ποιητικά, έγινε όντως «άγγελος»: η εύκολη λύση του φορέα διττών νοημάτων.

Πράγμα που για τον ποιητή ήταν λίγο. Ξενυχτούσε, έσβηνε κείμενα, πονούσαν τα μάτια του.

Και συνέχιζε να αμελεί τη Νάντια.

 β) Τις τελευταίες μέρες το έργο του, αυτό που εμπνεόταν από τη Νάντια και τον Άγγελο, είχε πάλι σκαλώσει. Κάτι δεν πήγαινε καλά, κάτι φαινόταν ψεύτικο όταν ξαναδιάβαζε τις σελίδες. Και μπορεί βέβαια η αλήθεια ενός έργου να μη στηρίζεται στην αντιστοιχία του προς τα πράγματα, ωστόσο ο ποιητής ένιωθε πως αγνοούσε κάτι βασικό κι ότι αυτό τον εμπόδιζε να τη στηρίξει οπουδήποτε.

Χρειαζόταν, όμως, να το μάθει; Χρειαζόταν να ξαναγράψει το ποίημα;

Ακούμπησε δίπλα του το πλαστικό κυπελλάκι του καφέ και έβγαλε από την τσάντα το έργο του. Τι θα έλειπε από τον κόσμο αν το πετούσε στα σκουπίδια;

Σήκωσε το βλέμμα από τα χαρτιά: η Νάντια στεκόταν στην αποβάθρα.

meeting-the-train1

Η εξέλιξη

Καθώς το τρένο ανέβαινε τη ραχοκοκαλιά της χώρας, το μυαλό του ποιητή έχανε βάρος και γινόταν ευκίνητο. Η ελαφράδα και μαζί η ένταση, το άνοιγμα του ορίζοντα και η δύναμη της καθαρής ματιάς διεύρυναν σταδιακά την αντίληψή του. Προνομιούχος και μεγαλόπρεπος, διέσχιζε τη φύση μέσα σε ένα θεωρείο: ο ποιητής, οριστικά και από καιρό, δεν ανήκε στη φύση. Ανήκε στη λέξη.

 Κι εκείνη ακριβώς τη στιγμή, φτάνοντας στο απόγειό της, η σχέση του και μ’ αυτήν ακυρώθηκε. Ή μεταβλήθηκε δραματικά: όπως το ιντερσίτυ άφηνε πίσω του μια σκιερή κοιλάδα κι έβγαινε πάλι στην απλωμένη γη, ο ποιητής είδε τα ποιήματά του -όλα τα άγραφα ποιήματα- τελειωμένα: ένα σύνολο γεμάτο αρμονία, γλυκύτατα πράσινα και απαλά μοβ και καφέ σ’ ένα φόντο καθαρό σαν τον παράδεισο. Σε μια ενότητα καλύτερη από την αρχική.

Και κατάλαβε τότε ότι ο τρόπος σύλληψης του κόσμου δεν μπορεί παρά να είναι για τον καθένα μοναδικός. Μετά τα πρώτα βήματα καμιά προηγούμενη ποίηση δεν βοηθάει, το ατομικό τοπίο πρέπει να ολοκληρωθεί με τους δικούς του νόμους.

Οι λέξεις βέβαια είναι κοινές αναγκαστικά, με αυτές ποιητές και αναγνώστες πορεύονται, όπως μπορούν. Η γλώσσα; Ναι, σημαντικό. Αλλά δεν είναι το κύριο.

Η επιστροφή στην πηγή

Άλλωστε τα ποιήματά του δεν χρειάζονταν παρά μόνο μια λέξη. Γιατί, πώς αλλιώς να της το έλεγε; Πώς να της εξηγούσε κάτι από τη συμπάθεια, τη στοργή, το ενδιαφέρον; Πόσο σαφής μπορούσε να γίνει απέναντί της;

Όταν ήταν παιδί κοιτούσε το διάστημα κι ένα αστέρι στον ορίζοντα. Υπήρχε αρκετή σαφήνεια σε αυτό. Αργότερα άρχισε τους πειραματισμούς. Με μια γραφή-φόβο θανάτου, ταγμένη να νοηματοδοτεί την απουσία της. Τώρα όμως ό,τι φράσεις και να συνδύαζε δεν έμοιαζαν παρά με λεπτό επίστρωμα από ηχητικά σημεία. Έστω, με σύνολο κυματισμών που μετέβαλλαν απαλά την εντύπωση, μα άφηναν τον πυρήνα αμετάβλητο: ό,τι και να έγραφε ο ποιητής, δεν ήταν παρά επιφανειακή δομή του σ’ αγαπώ.

(εκδόσεις Εστία )

 

Η αξία της μόρφωσης (από το Πρωινό Ιντερσίτυ)

mattotti_141

Το επόμενο βράδυ, μετά το σχολείο, η ομάδα πήγε για «έρευνα» και στο φαστφούντ. Ήταν ασφυκτικά γεμάτο κι η Νάντια είχε την ίδια αίσθηση συγκροτημένης κοινωνίας, όπως στην αγορά. Μόνο που εδώ, αντίθετα από ό,τι εκεί, αμέσως διαισθάνθηκε το πλούσιο φάσμα συναισθημάτων, αυτό που χαρακτήριζε τον κόσμο ανάμεσα στο ποτάμι και τις γραμμές. Και που εδώ εκδηλωνόταν με ποικίλους τρόπους: με τις ματιές και τις εκφράσεις, με τις αμφιέσεις, με λεπτομέρειες των κινήσεων, με το χιούμορ.

Μόνο στη γλώσσα, όποτε δεν συνδυαζόταν με τα παραπάνω, το φάσμα αυτό της φάνηκε φτωχά διατυπωμένο: ήταν αδούλευτη γλώσσα, μια αυθαίρετη υπόκρουση. Το πολύ να άγγιζε επιπόλαια τα πιο κοινά συναισθήματα.

Οι κουβέντες ήταν για τα καθημερινά: το πρωτάθλημα, ένα αυτοκίνητο που χάλασε, ένα τηλεοπτικό σήριαλ. Ελάχιστες ήταν στοιχειωδώς θεωρητικές, με το χειρισμό των όρων τους μάλιστα συχνά λανθασμένο. Και να που ακριβώς αυτή τη σχεδόν τυχαία γλώσσα ένιωσε η Νάντια ως το μεγάλο εμπόδιο ανάμεσα στην ίδια και τον κόσμο του φαστφούντ. Κάτι παραπάνω.: την ένιωσε ως παγίδα. Οι αδρές, ανεπεξέργαστες λέξεις, που δεν είχαν σκοτώσει τελείως το πράγμα που τις γέννησε ή που ο φόνος του ήταν ακόμα φρέσκος,  θα μπορούσαν σε άλλες συνθήκες να γίνουν κοφτερές, μαχαίρια.

Προσπάθησε φιλότιμα να νιώσει, πέρα από τις λέξεις, κάτι από την αύρα της ένωσης. Από τις διαθέσεις και τις επιθυμίες, την αρμονία και τους φόβους. Προσπάθησε πολύ, μα δυσκολευόταν. Αγνοούσε τον κώδικα.

 Και τότε συνέβη. Μέσα στη ζεστασιά της σάλας. Συνέβη μόλις μίλησε ο Άγγελος. Όχι αμέσως μόλις μίλησε, σε λίγο. Καθώς την έβαλε σιγά σιγά στην κουβέντα, μιλώντας τη γλώσσα της και αρχίζοντας να την πλέκει με τη γλώσσα των άλλων. Λέξη τη λέξη, φράση τη φράση, δομή τη δομή. Σε προτάσεις που την ενάργεια και τη ζωντάνια τους η Νάντια για πρώτη της φορά συναντούσε.

Δεν ήταν που ο Άγγελος, εκείνη τη στιγμή, ήταν ο μόνος με τον οποίο μπορούσε να κουβεντιάσει. Πολύ λιγότερο, δεν ήταν που λειτούργησε ως μεσολαβητής ανάμεσα σε αυτήν και στον κόσμο του φαστφούντ. Αυτό που αναπάντεχα τη συνεπήρε, που σαν αποκάλυψη το ένιωσε για πρώτη φορά στη ζωή της,  ήταν η απόλαυση της επικοινωνίας ανάμεσα σε ανθρώπους  που μπορούν να σκεφτούν θεωρητικά. Που σε δύσκολες στιγμές ακουμπάνε μαζί σ’ ένα πουπουλένιο μαξιλάρι, αιωρούμενο πάνω από τον κόσμο των μη προνομιούχων: το πουπουλένιο μαξιλάρι της μόρφωσης.

Εκδόσεις Εστία

Υποψίες (από τους «Εθελοντές»).

monachus_monachus_zante

Το Εθνικό Θαλάσσιο Πάρκο δεν ήταν κάποιο περιφραγμένο πάρκο, ήταν το ίδιο το νησί και η θάλασσά του με τα ερημονήσια της, σε μια έκταση μετρημένη σε χιλιάδες τετραγωνικά χιλιόμετρα και χωρισμένη σε ζώνες. Στις πιο αυστηρές οι αρμόδιοι απαγόρευαν κάθε δραστηριότητα, ενώ στις άλλες εφάρμοζαν προγράμματα Αειφορικής Διαχείρισης Θαλασσίων Πόρων.

Ο πιο διάσημος κάτοικος του Πάρκου ήταν, όσο ζούσε, ο Ιάσονας. Σύχναζε στη μικρή παραλία του με τη λίγη άμμο στη μέση και τα βράχια στην άκρη της. Λίγο πιο πέρα βρισκόταν, κρυμμένη από τα αδιάκριτα βλέμματα, η σπηλιά του. Εκεί κοντά τον είχαν πρωτοβρεί. Μια φώκια – καλόγερο, μοναχική και περήφανη, χωρίς μαμά. Χωρίς κανένα στον κόσμο.

Ο Χάρης κατέβηκε στην παραλία εύκολα. Όπως είχε πει η Μαρία, το κύμα εκεί έκοβε αρκετά. Η θάλασσα του έδωσε την εντύπωση ότι σ’ αυτό το σημείο της κάθε ζωή στα σπλάχνα της είχε πεθάνει. Δίπλα σε μια συστάδα από πέτρες που έπαιζε το ρόλο μνήματος διακρινόταν ένας τύμβος. Από κάτω βρισκόταν θαμμένος ο Ιάσονας.

Στάθηκε μπροστά στο βουναλάκι την άμμο, προσπάθησε να συλλάβει το νόημα ενός τέτοιου φόνου. Θα το κατανοούσε αν ήταν οι ψαράδες, μα κάτι του έλεγε ότι οι ψαράδες  δεν θα άφηναν το κουφάρι πίσω τους, θα έπαιρναν τη φώκια μαζί τους. Αυτός που το έκανε ήθελε η φώκια να βρεθεί.  Ήθελε να τονιστεί η συμβολική σημασία του Ιάσονα: ο Ιάσονας νεκρός, η οικολογία κινδυνεύει.

Η ελάχιστη πείρα που αθέλητα, λόγω ανατροφής, είχε αποκτήσει τον έκανε να μουρμουρίσει προβοκάτσια μου μυρίζεται. Κι ο τάφος αυτός (γελοίος τάφος, ανάξιος ενός περήφανου θαλασσινού ζώου) ήταν σαν να συνέχιζε την προβοκάτσια: η οικολογία κινδυνεύει, να μην το ξεχνάτε ποτέ.

Στο χώρο βασίλευε ησυχία κι ο ήλιος είχε αρχίσει να καίει. Μια περίεργη αίσθηση κυρίευσε τον Χάρη, πως από στιγμή σε στιγμή η φώκια, τεράστια και καλοσυνάτη, θα εμφανιζόταν  από τη θάλασσα δίπλα στους βράχους. Θυμήθηκε τις αφηγήσεις για το πώς είχε βρεθεί το κουφάρι. Μοιραία θυμήθηκε τον Άλεξ, που είχε πάει στη Νέα Ορλεάνη. Τώρα έπρεπε να πάει στη Νέα Ορλεάνη;

Επιστρέφοντας στο λιμάνι διέκρινε δυο φιγούρες που περπατούσαν δίπλα δίπλα στην άκρη της προκυμαίας. Δυο γνώριμες φιγούρες. Καταμεσήμερο έμοιαζαν να λιώνουν στο φως.  Ποια ελληνοτουρκική συνωμοσία εξυφαινόταν στο έρημο εκείνη την ώρα λιμάνι ανάμεσα στη Μαρία και την Εσινέ;

Η φωτογραφία είναι από εδώ

Δείτε τη monachus monachus σε 4 video εδώ

  (Οι Εθελοντές κυκλοφορούν από τα Ελληνικά Γράμματα ).

Το κάστρο (Από τους «Εθελοντές»)

ceb7cf81ceb1cebacebbceb5ceb9ceac

Το κάστρο, που τα σπίτια του ακόμα κατοικούνταν, αν και πολλά κατώγια είχαν παραλλαχθεί σε καταστήματα ή μπαράκια, κρατούσε ανέπαφη την ψυχή των πειρατών στα δαιδαλώδη του περάσματα. Τα βλέμματα των ντόπιων ήταν αλλιώτικα από των επισκεπτών. Σαν να έρχονταν από άλλους καιρούς, κουβαλώντας ανώφελα μια σοφία που κανείς, ούτε οι ίδιοι, δεν ήξερε πια τι να την κάνει. Ακόμα κια οι γάτες σαν να φύλαγαν στα κύτταρά τους μυστικά αιώνων (της πέτρας, των βοτάνων, του σεληνόφωτος) και να τα σεργιάνιζαν, χωρίς κανείς να το αντιλαμβάνεται, στο σκιερό βασίλειό τους.

Ιάσονας και Θαλάσσιο Πάρκο, οικολόγοι και Πολίτες του Πλανήτη, αφίσες κι ευρωπαϊκά πακέτα, όλα αυτά πώς αλήθεια συνυπήρχαν μ’ αυτό τον κόσμο της σκιάς μέσα στο καταμεσήμερο, της γλυκιάς, αποχαυνωτικής σιωπής;

Ξεκλείδωσε το μηχανάκι για το δρόμο του γυρισμού.

(Στη φωτογραφία το λιμανάκι της Σχοινούσας.)