Το βλέμμα της αγάπης (από το Πρωινό Ιντερσίτυ)

aa-aw098_b

 

 

 

Ασφαλώς και είχε προσέξει η Νάντια πώς την κοιτούσε ο Σοκόλ. Ήταν το είδος του βλέμματος που, εδώ και χρόνια, νόμιζε πως γνώριζε καλά. Το είχε πρωτοδεί στα μάτια του ποιητή, σ’ εκείνον τον πλανήτη τον γεμάτο μουσική και καφέδες, υγρασία και μαστιχωτό καϊμάκι.

Έβγαινε πρωί από το σπίτι του Μηλόπουλου και κατηφόριζε το δρόμο, σχεδόν τρέχοντας. Υπακούοντας σε μια ορμή που δεν τη συνειδητοποιούσε ως δική της. Συχνά έτρεχε όλη τη διαδρομή ως κάτω στην παραλία, όπου στεκόταν κι άφηνε τον άνεμο να τη χτυπά, μέχρι που δάκρυζε.

Λίγο πριν, στο δωμάτιο με τα βιβλία και τα μαξιλάρια, έβλεπε από το παράθυρο τη θάλασσα. Γκρίζα και με ακίνητα καράβια στο βάθος.

Ο Μηλόπουλος της μιλούσε με πάθος για τον καινούργιο κόσμο, ή την κοίταζε έντονα και με διάρκεια και της έλεγε είσαι όμορφη. Έπειτα απέσυρε το βλέμμα κι άρχιζε ξανά να μιλάει για τις κοινωνικές συγκρούσεις και για το μέλλον τους.

Όχι το δικό τους, των συγκρούσεων.

Κι η Νάντια θύμωνε. Εκείνη ήθελε να ακούει συνέχεια το είσαι όμορφη και τις παραλλαγές του. Που τη συμφιλίωναν σιγά σιγά με τη σκιά της, τη διαρκώς απωθημένη μέχρι τότε πίσω από ποικίλους χαρωπούς ρόλους.

Εκείνη ακριβώς την εποχή στο φοιτητικό της δωμάτιο θέλησε για πρώτη φορά να αποκτήσει ολόσωμο καθρέφτη. Για πρώτη φορά επίσης άρχισε να παραμένει για λίγο κοντά στη σκιά, όποτε την έπαιρνε είδηση. Να μην της ξεφεύγει αμέσως στρεφόμενη προς τα πράγματα.

 Ώσπου εκείνο το απόγευμα της άνοιξης – το θυμόταν ζωηρότερα από κάθε τι: η συνείδησή της έλαμψε μεμιάς ολόκληρη. Μια ενάργεια ανείπωτη -και δεν ήταν, όχι, ο Μηλόπουλος υπεύθυνος γι’ αυτό. Ούτε μάλλον αυτό που η ίδια είχε καπνίσει.

Για μια στιγμή, μια μόνο, το βλέμμα του ποιητή γέμισε το δωμάτιο και τη φώτισε ολόκληρη. Σχεδόν την ακινητοποίησε, σε μια έκφραση που εκείνος θα εξέλαβε ως παγωμένη.

Ύστερα έφυγε. Και η Νάντια, τρομαγμένη, έσμιξε για πολλοστή φορά με τον Μηλόπουλο.

Στο πάρτι αποφοίτησης λίγες μέρες μετά, το ίδιο βλέμμα του ποιητή την ακολουθούσε όλη νύχτα. Μα η Νάντια, πίσω από μαύρα γυαλιά και ποτήρια κρασιού, σταθερά το απέφυγε.

Επειδή ό,τι είχε δει σ’ αυτό καθόλου  δεν ήταν αινιγματικό. Αν και θα αδυνατούσε να το διατυπώσει, το είχε στην ουσία του συλλάβει: ήταν αγάπη χωρίς διάθεση εξουσίας.

Πράγμα που η Νάντια δεν ήξερε τι να το κάνει. Έτσι προτίμησε να βαφτίσει το βλέμμα αυτό σαγηνεμένο. Από το μυστήριο που στην πραγματικότητα η ίδια αποτελούσε για τον εαυτό της.

 Τέτοιο σαγηνεμένο ήταν κατά την κρίση της και το βλέμμα του Σοκόλ. Κι η Νάντια, που και τώρα ακόμα δεν ήξερε τι να το κάνει, αποφάσισε απλώς να το εκμεταλλευθεί. Ένας ερωτευμένος μαθητής θα ήταν ίσως χρήσιμος, αρκεί να μπορούσε να τον κουμαντάρει. Ακόμα περισσότερο που ήταν φίλος με τον Άγγελο. Θα τον συγκρατούσε κάπως. Γιατί, για να τον βγάλει από την ομάδα τον Άγγελο, τώρα πια πολύ δύσκολο φαινόταν.

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s