Μήνας: Φεβρουαρίου 2009

Ο ποιητής (από το Πρωινό Ιντερσίτυ)

 chagallsunday

Η ζωή, σκεφτόταν ο ποιητής, συνέχιζε να επιδίδεται σε γλωσσικές προκλήσεις: φθαρμένες λέξεις ακούγονταν, όπως φτωχοί, εκμετάλλευση, δικαιοσύνη. Τόσο φθαρμένες, που ήταν αναπόφευκτο την κρίσιμη στιγμή να αντικατασταθούν από καινούργιες. Μα για να γίνει αυτό θα έπρεπε να προηγηθεί το αναγκαίο λουτρό. Η καινούργια επαφή των λέξεων με τα πράγματα.
Ο ποιητής περίμενε, να πάρει το απόσταγμα. Περίμενε κυρίως από τη Νάντια.
Ήταν ο Σοκόλ που του έδωσε το πρώτο στίγμα γι’ αυτό που θα συνέβαινε. Ένα βράδυ, την ώρα που σχολούσαν. Ήθελε να του μιλήσει.
 

Ο ποιητής απάντησε με ειλικρίνεια ότι δεν ήξερε. Όμως ο Σοκόλ περίμενε. Τόσο, που ο ποιητής ένιωσε πως επιτέλους  έπρεπε να πει κάτι καλύτερο.

«Θα σου πω για δυο ποιητές», είπε τότε. «Είναι κι οι δύο φανταστικά πρόσωπα, οι ήρωες δύο βιβλίων. Ο ένας νομίζει πως είναι ιδεολόγος κι αγωνιστής. Στην πραγματικότητα δεν είναι παρά το καταπιεσμένο παιδί της μαμάς του, που τη φοβάται. Είναι άνθρωπος χωρίς βούληση, που καταλήγει να γίνει ακόμα και ρουφιάνος. Ξέρεις τι θα πει ρουφιάνος, έτσι;»

Ο Σοκόλ διαβεβαίωσε ότι ήξερε.

«Ο δεύτερος, στο άλλο βιβλίο», συνέχισε ο ποιητής, «μετά από πολλά επεισόδια κρύβεται κυνηγημένος σε ένα μπουρδέλο. Ξέρεις τι είναι μπουρδέλο, έτσι;»

Ξανά ο Σοκόλ διαβεβαίωσε ότι ήξερε.

«Εκεί λοιπόν, στο μπουρδέλο, που είναι παράνομο γιατί η κυβέρνηση, κατά το βιβλίο, τα έχει απαγορεύσει, ο ποιητής και οι γυναίκες στήνουν ένα παιχνίδι: η κάθε μια, σύμφωνα με τις οδηγίες του, παριστάνει ότι είναι μια από τις γυναίκες του βασιλιά. Την υποδύεται με λεπτομέρειες, με τις οδηγίες του ίδιου του ποιητή, και το ‘θέατρο’ αυτό έχει τρομερή επιτυχία, γιατί το μαθαίνουν οι πολίτες της χώρας και κάνουν ουρές για να βρεθούν με τις ‘γυναίκες του βασιλιά’. Κι έτσι ο ποιητής γελοιοποιεί το βασιλιά».

Ο Σοκόλ είπε πως του φαινόταν ωραίο. Μετά σώπασε, περιμένοντας τη συνέχεια.

«Το πιο ενδιαφέρον», τόνισε τότε ο ποιητής, «είναι ότι ο συγγραφέας αποκαλεί τον ήρωά του χέστη ποιητή. Υπονοώντας πως είναι χέστης επειδή κρύβεται στο μπουρδέλο, δηλαδή στο ποίημα».

«Και τα δυο δηλαδή βιβλία, όπως το λέτε, το ίδιο πράγμα λένε, κύριε. Και τα δύο συμφωνούν με τον Άγγελο».

Ο ποιητής δεν μπορούσε να αποφανθεί με βεβαιότητα ότι τα βιβλία* συμφωνούσαν με τον Άγγελο, πρόσθεσε όμως επιφυλακτικά ότι από μία άποψη, τουλάχιστον όπως το αισθανόταν ο ίδιος, και οι δύο συγγραφείς, σαρκάζοντας τους ποιητές, έκαναν στην πραγματικότητα αυτοκριτική.

Λέξη που ο Σοκόλ δεν ήξερε, μα κατάλαβε.

«Θα κάνω αυτοκριτική», είπε.

Πριν την αγορά πέρασε από το δώμα. Βιαζόταν, δεν θα έμενε, ήθελε μόνο να πει στον Άγγελο κάτι.

Κινώντας με σημασία τα μακριά του δάχτυλα, είπε ότι δεν ήξερε αν θα γινόταν ποιητής, αλλά πάντως δεν ήθελε να γίνει χέστης ποιητής: ήταν μαζί του, ό,τι κι αν έκαναν.

 

 (Ο πίνακας είναι Σαγκάλ)

 


 * Μίλαν Κούντερα «Η ζωή είναι αλλού» και Σαλμάν Ρουσντί «Οι σατανικοί στίχοι».

 

 

 

 

cf80cf81cf89ceb9cebdcebf11  (Το Πρωινό Ιντερσίτυ κυκλοφορεί από την Εστία )

Πήρε ανάσα και τα είπε σχεδόν μονοκόμματα. Μπέρδεψε μόνο μια δυο λέξεις. Τελικά, να βοηθούσε τον Άγγελο ή όχι; Και μήπως είχε δίκιο ο Άγγελος τότε στην τάξη, που είχε πει ότι οι ποιητές δεν έκαναν και κανένα struggle; 

Το βλέμμα της αγάπης (από το Πρωινό Ιντερσίτυ)

aa-aw098_b

 

 

 

Ασφαλώς και είχε προσέξει η Νάντια πώς την κοιτούσε ο Σοκόλ. Ήταν το είδος του βλέμματος που, εδώ και χρόνια, νόμιζε πως γνώριζε καλά. Το είχε πρωτοδεί στα μάτια του ποιητή, σ’ εκείνον τον πλανήτη τον γεμάτο μουσική και καφέδες, υγρασία και μαστιχωτό καϊμάκι.

Έβγαινε πρωί από το σπίτι του Μηλόπουλου και κατηφόριζε το δρόμο, σχεδόν τρέχοντας. Υπακούοντας σε μια ορμή που δεν τη συνειδητοποιούσε ως δική της. Συχνά έτρεχε όλη τη διαδρομή ως κάτω στην παραλία, όπου στεκόταν κι άφηνε τον άνεμο να τη χτυπά, μέχρι που δάκρυζε.

Λίγο πριν, στο δωμάτιο με τα βιβλία και τα μαξιλάρια, έβλεπε από το παράθυρο τη θάλασσα. Γκρίζα και με ακίνητα καράβια στο βάθος.

Ο Μηλόπουλος της μιλούσε με πάθος για τον καινούργιο κόσμο, ή την κοίταζε έντονα και με διάρκεια και της έλεγε είσαι όμορφη. Έπειτα απέσυρε το βλέμμα κι άρχιζε ξανά να μιλάει για τις κοινωνικές συγκρούσεις και για το μέλλον τους.

Όχι το δικό τους, των συγκρούσεων.

Κι η Νάντια θύμωνε. Εκείνη ήθελε να ακούει συνέχεια το είσαι όμορφη και τις παραλλαγές του. Που τη συμφιλίωναν σιγά σιγά με τη σκιά της, τη διαρκώς απωθημένη μέχρι τότε πίσω από ποικίλους χαρωπούς ρόλους.

Εκείνη ακριβώς την εποχή στο φοιτητικό της δωμάτιο θέλησε για πρώτη φορά να αποκτήσει ολόσωμο καθρέφτη. Για πρώτη φορά επίσης άρχισε να παραμένει για λίγο κοντά στη σκιά, όποτε την έπαιρνε είδηση. Να μην της ξεφεύγει αμέσως στρεφόμενη προς τα πράγματα.

 Ώσπου εκείνο το απόγευμα της άνοιξης – το θυμόταν ζωηρότερα από κάθε τι: η συνείδησή της έλαμψε μεμιάς ολόκληρη. Μια ενάργεια ανείπωτη -και δεν ήταν, όχι, ο Μηλόπουλος υπεύθυνος γι’ αυτό. Ούτε μάλλον αυτό που η ίδια είχε καπνίσει.

Για μια στιγμή, μια μόνο, το βλέμμα του ποιητή γέμισε το δωμάτιο και τη φώτισε ολόκληρη. Σχεδόν την ακινητοποίησε, σε μια έκφραση που εκείνος θα εξέλαβε ως παγωμένη.

Ύστερα έφυγε. Και η Νάντια, τρομαγμένη, έσμιξε για πολλοστή φορά με τον Μηλόπουλο.

Στο πάρτι αποφοίτησης λίγες μέρες μετά, το ίδιο βλέμμα του ποιητή την ακολουθούσε όλη νύχτα. Μα η Νάντια, πίσω από μαύρα γυαλιά και ποτήρια κρασιού, σταθερά το απέφυγε.

Επειδή ό,τι είχε δει σ’ αυτό καθόλου  δεν ήταν αινιγματικό. Αν και θα αδυνατούσε να το διατυπώσει, το είχε στην ουσία του συλλάβει: ήταν αγάπη χωρίς διάθεση εξουσίας.

Πράγμα που η Νάντια δεν ήξερε τι να το κάνει. Έτσι προτίμησε να βαφτίσει το βλέμμα αυτό σαγηνεμένο. Από το μυστήριο που στην πραγματικότητα η ίδια αποτελούσε για τον εαυτό της.

 Τέτοιο σαγηνεμένο ήταν κατά την κρίση της και το βλέμμα του Σοκόλ. Κι η Νάντια, που και τώρα ακόμα δεν ήξερε τι να το κάνει, αποφάσισε απλώς να το εκμεταλλευθεί. Ένας ερωτευμένος μαθητής θα ήταν ίσως χρήσιμος, αρκεί να μπορούσε να τον κουμαντάρει. Ακόμα περισσότερο που ήταν φίλος με τον Άγγελο. Θα τον συγκρατούσε κάπως. Γιατί, για να τον βγάλει από την ομάδα τον Άγγελο, τώρα πια πολύ δύσκολο φαινόταν.

 

 

Η θάλασσα (από το Μαχαίρι στην μπότα)

shell_no_1-19281

Οι φίλοι μου κι εγώ ήρθαμε ως εδώ από τη θάλασσα, τη μεγάλη και πλατιά, που δεν την έχουν ακόμα εξαντλήσει. Αιώνες πίσω μας ναυάγια και ωδές, αγάπες κοιμισμένες και πράγματα παλιά, μας περιμένουν κάθε νύχτα να γυρίσουμε σ’ ένα άσπρο σπίτι σιωπηλό κάτω απ’ τα κύματα. Μια μουσική από πηλό και μέταλλο μας συνοδεύει από τη γέννησή μας, ενώ σπασμένα χάδια στα πρόσωπα βάφουν με άστρα τα δάχτυλά μας. Αυτά τα λόγια θα μπορούσαν βέβαια να είναι ένας υπαινιγμός για τον τόπο όπου γεννήθηκα. Ένα νησάκι, ας πούμε, ξεχασμένο, δυο χούφτες χώμα για τα πόδια και τα χέρια μου κι ένα μαρμάρινο χαμόγελο χαμένο απ’ τον παλιό καιρό κάτω απ’ την άμμο του βυθού. Αλλά καθώς εγώ γεννήθηκα στην Αθήνα, το σιωπηλό και πράσινο νερό που μια βραδιά θα με δεχτεί, δυο χούφτες χώμα πίσω στο βυθό μου, δεν είναι παρά ο θάνατος. Αυτός που θα ‘ρθει όλος αγάπη κι αγκαλιά, ύστερα από αρκετό, όπως ελπίζω, χρόνο. Χρόνο για να σας πω μια καλημέρα και δυο απλές κουβέντες, όπως κρυώνω, πρόσεχε πού πατάς ή σ’ αγαπώ.

Το ποστ είναι απάντηση στο σχόλιο του Νυχτερινού στο προηγούμενο ποστ.

Το Μαχαίρι στην μπότα είναι πια ελεύθερο δικαιωμάτων (φαντάζομαι!) και κανονικά θα σας το ανέβαζα ολόκληρο, αλλά δεν το έχω ηλεκτρονικά. Οι λύσεις είναι ή πληκτρολόγηση από την αρχή ή σκανάρισμα σελίδα σελίδα και μετατροπή. Προτιμώ την πρώτη για να του κάνω και μια αναθεώρηση, αλλά δεν έχω το χρόνο. Πάντως, θα το φτιάξουμε!

Οι εθελοντές (απόσπασμα).

kc579starfish-posters

Η Μαρία αποδείχτηκε εχθρός του ήλιου. Στην παραλία τύλιγε το πρόσωπό της και το μισό της σώμα, από τη μέση και πάνω, με ένα παρεό με σταμπωτά όστρακα. Κάθε πρωί μόλις ξυπνούσε μετρούσε σχολαστικά τα χρήματά τους, που ως επί το πλείστον ήταν του Χάρη, και κατέγραφε στην ατζέντα της τα μέχρι εκείνη τη στιγμή προσωπικά τους έξοδα. Όσο για τη σωματική τους επαφή, σύντομα περιορίστηκε στο αντηλιακό που ο Χάρης τη βοηθούσε να απλώσει και στο αναγκαστικό τους αγκάλιασμα πάνω στο νοικιασμένο μηχανάκι.

Μετά τις δύο πρώτες μέρες ο Χάρης κουράστηκε από τη φλυαρία της, που δεν έλεγε να κοπάσει, καθώς περίμενε, γεμάτη ένταση, την άφιξη των υπόλοιπων συνέδρων. Ο ίδιος προσπαθούσε να χαλαρώσει ατενίζοντας το τοπίο και κάνοντας πως ακούει τα σχέδια που κατέστρωνε εκείνη. Μέχρι που κατάλαβε ότι η φλυαρία της δεν ήταν παρά κάλυψη, για το συναίσθημα που της γεννούσε (που και στους δυο τους γεννούσε) η θάλασσα.

Και οι ακτές από λάβα.

Και τα παλιά λατομεία.

Και πάνω από όλα το φ ω ς.

Που κανονικά έτσι όπως ήταν διάχυτο, αναδυόμενο όχι μονάχα από την ατμόσφαιρα μα κι από τους όγκους των σπιτιών κι από τη στίλβη του νερού ως τον ορίζοντα, είχε τη δύναμη να αφαιρεί από το τοπίο όλο του το βάρος. Μα που για τη Μαρία και τον Χάρη ήταν, ως προς αυτή του τη δύναμη, ακυρωμένο.

«Δεν τα αφήνουν τα ζωάκια, λέω εγώ, στην ησυχία τους;», ξέσπασε τελικά ο Χάρης μια μέρα.

Απροσδόκητα η Μαρία συμφώνησε. Έπειτα παρέμεινε ασυνήθιστα σιωπηλή, σκαλίζοντας μηχανικά την άμμο.

Μια νύχτα κατέβηκαν με το μηχανάκι στην πιο διάσημη ακτή του νησιού: κάτασπρα βράχια σμιλεμένα από τους ανέμους και τίποτε άλλο, η θάλασσα μονάχα που βούιζε στις σπηλιές. Εκεί έκαναν έρωτα ύστερα από καιρό. Η νύχτα έμοιαζε γεμάτη από την ανάσα αγαθών πλασμάτων, που θα έβγαιναν σε λίγο από το σκοτάδι για να σταθούν κοντά τους. Πλασμάτων που ζούσαν εκατομμύρια χρόνια σ’ αυτά τα νερά. Σε μια στιγμή, ο Χάρης νόμισε ότι κρατούσε στα χέρια του μια άλλη γυναίκα, μια γυναίκα με τη μυρωδιά μιας πολύ παλιάς θάλασσας και την αφή απολιθωμάτων που ζωντάνευαν κάτω από τα δάχτυλά του.

rams_head_white_hollyhock_little_hills_nm-1935