Στην Όπερα (Από «Το Ασημένιο Ρόδο»)

νιαρ

(2, 7)

Η δουλειά εδώ, στην Όπερα της Αθήνας, ήταν πιο ήρεμη, δεν υπήρχαν τόσα πήγαινε έλα. Σ’ αυτό το περίφημο κτίριο δίπλα στο νερό, τα ταξίδια των μουσικών γίνονταν περισσότερο προς τα εδώ παρά από εδώ. Ο χώρος ήταν ένας παράδεισος που αφομοίωνε απαλά τα κτίρια μέχρι τη θριαμβική ανύψωσή τους: η Βιβλιοθήκη πρόβαλλε σταδιακά από τη γη μαζί με τα δέντρα και υψωνόταν προς την Όπερα, προς τη Μουσική που στεκόταν ανάλαφρη στον αέρα. Από εκεί ο Λέο είχε θέα όλης της Αττικής με τα γύρω βουνά και τη θάλασσα ως το βάθος του Σαρωνικού, όλης της Αθήνας με την Ακρόπολη στη μέση. Η μουσική εδώ γεννιόταν πληθωρικά, όχι μονάχα αυτή που έπαιζε, μα η άγραφη ακόμα της ψυχής και του κόσμου. Το ίδιο το οικοδόμημα ήταν σαν ένα τεράστιο, πλανητικό μουσικό όργανο, το ενεργειακό στέγαστρο με τα δέκα χιλιάδες τετραγωνικά μέτρα φωτοβολταϊκά μια γιγάντια ξαπλωτή άρπα, το πάρκο με τα κομψά μεσογειακά δέντρα μια χορογραφία αέρινων κρουστών, το νερό στο τεχνητό κανάλι το ρυτίδωναν αδιόρατα οι νότες μιας κοσμικής μελωδίας.

νιαρχος

(2, 15)

Την επομένη ο Λέο καθόταν μόνος του στο Πάρκο Σταύρος Νιάρχος, στο υπερυψωμένο τμήμα του πάνω από τη Βιβλιοθήκη. Πλησίαζε το Delta International και η Όπερα, που ήταν ακριβώς στο Δέλτα Φαλήρου, θα είχε σημαντικό ρόλο. Ήδη ασκούσε πολύ παραπάνω έλξη από ό,τι παλιότερα, ο Λέο έβλεπε τώρα εδώ όλες τις φυλές και τις τάξεις. Οι άστεγοι, οι φτωχοί εργαζόμενοι στους κήπους και τα εστιατόρια, οι κάτοικοι της παραλίας που δούλευαν στα σχολεία και τις κλινικές, αλλά και τα στελέχη και οι επιχειρηματίες από τα γραφεία της Συγγρού ως επάνω στους στύλους του Ολυμπίου Διός και το κέντρο, έρχονταν από το πρωί ως το βράδυ. Μαθητές, φοιτητές, καλλιτέχνες και συγγραφείς έκαναν το μπάνιο τους στη θάλασσα και μετά έρχονταν εδώ, γευμάτιζαν στο εστιατόριο και ξεκουράζονταν δίπλα στο κανάλι, στα παγκάκια του πάρκου ή στις δροσερές αίθουσες της Βιβλιοθήκης. Τα παιδιά με τα αυτοφωτιζόμενα πατίνια γλιστρούσαν σαν επίγειοι διάττοντες και οι αναβάτες των αλόγων του Ολλανδού ξεπέζευαν από την άλλη πλευρά της λεωφόρου κι ανέβαιναν με τα πόδια. Αργά το βράδυ, όσοι είχαν εισιτήρια ή μπορούσαν να βρουν έμπαιναν στη μεγάλη κλιματιζόμενη αίθουσα να απολαύσουν την παράσταση, στην οποία συχνά ο ίδιος ο Λέο έπαιρνε μέρος. Παράλληλα στο πάρκο κυλούσε μια διαρκής γιορτή με ερασιτέχνες μουσικούς σε υπαίθρια ρεσιτάλ. Οι καλύτεροι θεατές και ακροατές τους ήταν οι θαμώνες της Βιβλιοθήκης, σπουδαστές ή ερευνητές ή απλά φιλομαθείς που κάθονταν στη σκιά των δέντρων να μελετήσουν τις σημειώσεις τους. Η πνευματική τους αναψυχή συντονιζόταν με τα μελωδικά πειράματα των νεαρών λυρικών τραγουδιστών, τις δοξαριές των εγχόρδων και τον κρυστάλλινο ήχο των πλήκτρων ή τον βαθύ κάποιου τύμπανου, μισοκρυμμένου στην αγκαλιά ενός λάτρη των αφρικάνικων κρουστών. Ο Λέο καθόταν μαζί τους, συνήθως εδώ, στο υπερυψωμένο τμήμα του πάρκου, κι απολάμβανε αυτά τα ρεσιτάλ αγκαλιάζοντας με το βλέμμα όλη την Αθήνα. Ο τεχνητός λόφος ήταν ένας ύμνος, ένας ναός αφιερωμένος στο φως, το νερό, τον ελαφρό αέρα, την απαλή πράσινη γη. Ο Λέο ένιωθε καμιά φορά εξαϋλωμένος, απολύτως ελεύθερος, άχρονος.

(Κατεβάζετε «Το Ασημένιο Ρόδο» κλικάροντας στο «Μενού» πάνω δεξιά και μετά στη φωτό του βιβλίου)

Το Ασημένιο Ρόδο

ΜΙΚΡΟ ΑΣΗΜΕΝΙΟ

Αθήνα, δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα. Η Αλίκη, ο Αντώνης, ο Λέο και η Ροντίνια είναι τα μέλη του μουσικού συγκροτήματος Ασημένιο Ρόδο, με το οποίο θα εκπροσωπήσουν το σχολείο τους, ένα Λύκειο της Κυψέλης, στο μαθητικό φεστιβάλ.
Μετά το φεστιβάλ ο καθένας θα πάρει το δρόμο του. Η Ροντίνια θα εξαφανιστεί και μόνο κάποια αραιά μηνύματά της θα υποδηλώνουν ένα μυστήριο. Ο Λέο θα προσπαθήσει να ακολουθήσει το όνειρό του, να γίνει σπουδαίος μουσικός, αλλά η οικογένεια, οι παγκόσμιες εξελίξεις και οι αδυναμίες του χαρακτήρα του θα είναι εμπόδια. Ο Αντώνης θα προσαρμοστεί γρήγορα στην πραγματικότητα, τις μεγάλες εταιρίες που βασιλεύουν στον κόσμο και θα παλέψει από πολύ νωρίς για κάτι που του είναι ξένο. Και μόνο η Αλίκη θα χαράξει με πείσμα το δικό της δρόμο που ωστόσο, αν και φαινομενικά γενναίος και περήφανος, είναι από την αρχή κηλιδωμένος με την ενοχή.
Είκοσι χρόνια μετά, κι αφού στις ατομικές τους πορείες έχουν έρθει αντιμέτωποι ακόμα και μεταξύ τους, αλλά και με τους εαυτούς τους, οι παλιοί φίλοι ενώνονται ξανά, μετέωροι ανάμεσα σε μια διεθνή γιορτή που θα κάνει την Αθήνα να λάμψει, μια απειλή πολέμου που κρέμεται πάνω από τον αβέβαιο κόσμο και το μεγάλο ερωτηματικό για το τι αξίζει πραγματικά στη ζωή.
«Το Ασημένιο Ρόδο» είναι το πρώτο μυθιστόρημα της τριλογίας «Ο Πόλεμος του Νερού».

Το κατεβάζετε από το παρακάτω link:

https://www.smashwords.com/books/view/633472

ή κλικάροντας στη φωτό αφού ανοίξετε το Μενού επάνω δεξιά στο μπλογκ

Οι εθελοντές σε epub

καλο εξωφυλλο

Οι εθελοντές κυκλοφόρησαν το 2003 από τα Ελληνικά Γράμματα. Μπορείτε τώρα να τους κατεβάσετε δωρεάν σε αρχείο epub (και σε νέα επιμέλεια) από τον παρακάτω σύνδεσμο:

https://www.smashwords.com/books/view/5769

ή κλικάροντας στη φωτό αφού ανοίξετε το Μενού επάνω δεξιά στο μπλογκ

 

Το «Πρωινό Ιντερσίτυ» σε epub.

καλο2
Το Πρωινό Ιντερσίτυ τώρα σε αρχείο epub: α) Πατήστε στο παρακάτω link:

https://www.smashwords.com/books/view/572026 

Ή

β) Κλικάρετε στη φωτό αφού ανοίξετε το Μενού επάνω δεξιά στο μπλογκ

 Η καλύτερη ανάγνωση είναι σε ταμπλέτα ή smartphone με σχετικά μεγάλη οθόνη. (Το μέγεθος της οθόνης είναι για να μη γυρνάτε σελίδα κάθε λίγα δευτερόλεπτα. Τα μάτια δεν έχουν πρόβλημα: όλα τα αναγνωστάρια μεγαλώνουν τη γραμματοσειρά όσο θέλετε).

Αν το πάρετε στο laptop και θέλετε να το μεταφέρετε σε φορητή συσκευή υπάρχουν πολλοί τρόποι: 

1. Ο πολύπλοκος αλλά πιο γνωστός στους παλιούς είναι με σύνδεση της συσκευής στη θύρα USB του laptop και μεταφορά του αρχείου . (Δεν ξέρω ακριβώς πού, αλλά κάποιο φάκελο θα βρείτε..)

2. Ο πολύ απλός, που χρησιμοποιούν οι πάντες, είναι η αποστολή του αρχείου στον εαυτό σας ως συνημμένου σε email. Ανοίγετε μετά το εισερχόμενο στο τηλέφωνο ή την ταμπλέτα και πατάτε στο συνημμένο. Η συσκευή κάνει τα υπόλοιπα, όπως παραπάνω.

3. Ο πιο μοντέρνος τρόπος είναι τa  διάφορα clouds. (Το προσωπικό σας ντοσιέ εκεί επάνω στα σύννεφα). Αν τα χρησιμοποιείτε ξέρετε. Το πιο πρακτικό είναι μάλλον το Dropbox. Εννοείται πως οι «οδηγίες»  αυτές αφορούν όλα τα βιβλία.  Enjoy the reading!

Και λίγα για το βιβλίο:

Πρωινό Ιντερσίτυ

Στο «Εσπερινό Τεχνικό Εκπαιδευτήριο», ανάμεσα στις γραμμές του τρένου και το ποτάμι, παρουσιάζεται ο καινούργιος καθηγητής Αγγλικών, που είναι ταυτόχρονα και γνωστός ποιητής. Έρχεται βέβαια για να διδάξει, κυρίως όμως για να συναντήσει την αγάπη που τον στοιχειώνει χρόνια και που έρχεται κι εκείνη στο σχολείο, έχοντας τα δικά της σχέδια. Κανείς όμως από τους δύο δεν θα εφαρμόσει τα σχέδιά του. Ο καινούργιος κόσμος τους εντάσσει γρήγορα στους νόμους του: το ποτάμι πλημμυρίζει κάθε χρόνο, οι νεκροί μένουν αδικαίωτοι και οι μαθητές και καλύτεροι γνώστες αυτών των νόμων κρατούν στη σιωπή πληγές και μυστικά. Από την άλλη, το τρένο δεν χαράζει απλώς μια διαδρομή αλλά την ίδια την έξοδο προς το φως και την αλήθεια. Το Πρωινό Ιντερσίτυ είναι μεταξύ άλλων ένα μυθιστόρημα για τις δυτικές συνοικίες της Αθήνας, για τη ζωή και τα όνειρα των μαθητών και των καθηγητών σε ένα νυχτερινό σχολείο, για την κοινωνία που αλλάζει, για παλιές θυσίες και καινούργιες αγάπες ή αντίστροφα. Είναι επίσης ένα μυθιστόρημα για τη σχέση ενός ποιητή με τη γλώσσα. Κυκλοφόρησε το 2006 από τις εκδόσεις Εστία. Τώρα προσφέρεται δωρεάν από τη συγγραφέα σε ηλεκτρονική μορφή, σε νέα επιμέλεια. (Και με το εξώφυλλο που βλέπετε στην αρχή του άρθρου) πρωινό Ιντερσιτυ

The broken woman (from «The doll and the horse»)

Here is the last chapter of the fairy tale embedded in the novella «The doll and the horse».

woman

On her way back upon the mountain she was heavy with grief. Doll and horse would never come back. They couldn’t, even if they wanted to. They were now dissolved in the blood of innumerous humans. Lamenting was already there for the red woman, but one that, unlike down in the Manworld, was orphan, because there was no one up there for her to lament with.

Moreover the mountain itself was changing: the stillness of the old days was giving space to some new specimens of life, some new varieties of colored creatures the woman could now spot here and there, as well as to a few new sounds and even smells. (It made sense after all: if within humans Gods had already appeared, then upon Olympus Chronos, the Time Spirit, had to prepare a home to the Olympians, a process that would take some time. There would be a Titan battle first, of which some distant storms were now but the very preliminary actions). 

When the woman finally reached the top of the mountain the place seemed also kind of strange to her. Her cave was narrower than ever and the path near the entrance was covered with stones. Her well-known home wasn’t there anymore. Instead Homesickness was there, but again one with no one to share with.

The woman looked around the silent cave, then looked at her hand with the cut-off finger and took the great decision. That place was not her home anymore and she was after all blessed not to be a rock or a plant: she would leave.

But she would do it in the best possible way: she broke herself into pieces and gave them various human forms so they could mingle with humanity. The transformed pieces of the red woman started then their journey down the slope in a magnificent row moving through the silence, a magical red chorus the misty mountain saw for the first and last time in its immortal life.

Before passing the border to the other side the transformed pieces gathered together in the Blue Valley. There the woman, whose spirit was within all those human beings, felt again the souls of the unicorns, of the pegasuses and of the centaurs and remembered the day when her horse, the last unicorn on earth, reached her celestial kingdom and dropped in front of her the last evidence of the fairy world, thus entrusting his entire life in her hands. With this feeling deep in their hearts the pieces of the woman crossed for the last time that magical border and got into a flourishing, complex, multicolored Manworld to stay there forever.

Since then the red woman lives in humans’ blood. She has come across innumerous variations of the doll and the horse, many of them complete failures that ended to the most dark paths of the Shadow, others average specimens and a few in whom she saw the nobility of her beloved originals. She has also lived through a lot of bloodbaths and tormenting and even dismembering, following patiently a chain of butchery scenes beyond imagination. But whenever everything seemed hopeless, some feeling or deed on a human’s part would always change her mind.

Moreover, she herself has been through time humanized too. She can now do but very little magic compared to that she managed at the Beginning of the Things, while on the other hand she shares numerous human disadvantages. Humans on their part would often mention an “embodiment” or a “personification” of some God, and we don’t know for sure whether they just talk about their official God or they express a vague, somewhat subconscious awareness of the red woman’s existence among them.

But the most important is that humans always celebrate winter solstice in joyful dinners as well as by offering gifts to each other, no matter how poor or rich they might be, while they have also established a lot of legends and stories concerning supernatural or holy beings (sometimes dressed in red), whose main duty is to deliver the solstice gifts. The remembrance of this annual triumph of blessing sun is actually the greater celebration all over humanity, the most expanded and common festivity on earth. And the fact is all these jubilations around the world, though never mentioning the red woman, seem to hold some distant memory of her. Because, for example, somewhere near the North Pole an ancient goddess is said to ride a chariot driven by deer upon the sky, while somewhere else people have built a ritual door, a kind of stone veil, for the sun to triumphantly pass through in the morning after the solstice. In the Roman Empire the solstice festivity lasted almost a month (the time period the veil of our story was open) and today in some solstice holidays humans kindle rows of candles and let them glow in the night, just like the woman had done in the Blue Valley. Everybody knows of course the famous Christmas, with the trees full of little dolls and the carousels with their wooden horses, as well as with its endless constructions and patterns of blinking lights all over the earth  and above all with its great attraction, the red saint (or “Santa”) who delivers astonishing amounts of gifts. However fewer of us may have seen the miracle of the solstice in Africa, with that enormous red disc of a sun standing motionless near equator, magnificent and omniblessing, forever the supreme and unquestionable source of life, or the various ancient and modern holidays all over China or India and among Native Americans. And even fewer may know that in one of our most important eras of the past, that of ancient Greece, a god red with blood and wine let himself broke in pieces in the hands of his priestesses and the next morning, the morning after the solstice, was reborn as a Holy Infant for the sake of humanity.

As for humanity itself, through centuries (and between slaughters) it managed to create some other interesting great entities such as Reason or Enlightment, while lately it tries, under various names (such as Ecology) a still very distant and unstable reflection of that initial Harmony of the Beginning of the Things.

Last but not least, we must always have in mind that in our lifetime we doubtless come across the red woman with the cut-off finger, for she now lives in the blood of too many humans, who are also eternally reproduced. Of course men and women who have knowledge or kindness or give a lot or are particularly creative are very probable to be her embodiments. But it’s not only them: candidates may also be among people we wouldn’t feel comfortable to make friends with, people who have a great passion compelling them to go endlessly and relentlessly after something.

Because the red woman, still possessed by Lamenting and Homesickness, is constantly looking for her original doll, for whose sake she was once self-mutilated, as well as for her original horse, that unicorn with the opalescent body and the waterfall-like mane who once came to find her, thus saving forever the precious remembrance of the fairy tales.

http://www.amazon.com/dp/B00H6B2NW4

Θρήνος και Νοσταλγία (Από το «The doll and the horse»)

Valentines Pictures-07

…Και με αυτή τη μέτρια ικανοποίηση αποφάσισε να επιστρέψει στο βασίλειό της στο βουνό, μα αυτή τη φορά για να ζήσει μόνη, αφού οι Αρχικοί της,  ζώντας πια μέσα στο αίμα των ανθρώπων, είχαν για πάντα χαθεί γι αυτήν.

Τότε όμως είχε την ξαφνική επιθυμία να ερευνήσει κάποιες πιο ιδιωτικές ανθρώπινες στιγμές.

«Γιατί να μη ρίξω μια ματιά μέσα στα σπίτια, πριν φύγω; Κανείς δεν θα δώσει σημασία».

Κι έριξε μια ματιά, και δύο και τρεις. Κι έριξε πολλές ματιές, γιατί εκεί, μέσα στα σπίτια, βρισκόταν όλο το θαύμα. Είδε πολλή Σκιά βεβαίως, πολύ πόνο και φόβο και σκληρότητα, όμως αυτό ήταν το αναμενόμενο. Το μη αναμενόμενο, και το πιο καταπληκτικό, ήταν εκείνη η μαγική σχέση ανάμεσα σε δύο άτομα, η εντελώς ελεύθερα επιλεγμένη, που είχε ήδη προσέξει στις αναφορές από το προηγούμενο ταξίδι: εκείνη η σύνδεση ανάμεσα σε δύο πρόσωπα που νοιάζονταν το ένα για το άλλο και περνούσαν μαζί όλα τα ωραία, μα και υπέφεραν μαζί όλες τις σκληρές τους στιγμές .  Η εξαιρετική αυτή ικανότητα φαίνεται πως είχε στο μεταξύ απρόσμενα αναπτυχθεί και εξαπλωθεί σε μεγάλο αριθμό σπιτιών. Η γυναίκα άνοιξε με χαρά το κόκκινό της φόρεμα για να νιώσει στην αγκαλιά της όλο εκείνο το ευλογημένο αίμα της αγάπης που έτρεχε στις φλέβες αυτών που αγαπιούνταν.

Μα η χαρά της δεν θα κρατούσε πολύ. Μετά από λίγο ανακάλυψε ότι αυτό το πιο πολύτιμο από όλα τα συναισθήματα, η αγάπη, ήταν επίσης η αιτία για τον μεγαλύτερο από όλους τους πόνους. Καμιά παρηγοριά δεν μπορούσε να μαλακώσει την αγωνία, να ελαττώσει το πένθος και να ελαφρώσει τη θλίψη του ανθρώπου που έχασε τον αγαπημένο του. Η κόκκινη γυναίκα δεν είχε φανταστεί ποτέ πως μπορούσε να υπάρχει τέτοιος πόνος. Και απελπίστηκε, γιατί δεν μπορούσε να κάνει τίποτα χωρίς συγχρόνως να μικρύνει την ίδια την ικανότητα για αγάπη, πράγμα που δεν σκεφτόταν καν.

Περιπλανήθηκε πολύ προσπαθώντας να βρει μια θεραπεία, ένα αντίδοτο γι’ αυτή την αρρώστια, την αρρώστια της πιο βαθιάς λύπης.  Καθώς περιπλανιόταν συνάντησε μια φορά ένα από εκείνα τα ιδιόρρυθμα ανθρώπινα πλάσματα, τους Ποιητές. Κοιτάζοντάς την με ενδιαφέρον, ο Ποιητής τη ρώτησε γιατί ταξίδευε μόνη.

«Οι αγαπημένοι μου είναι τώρα πια μέσα στις φλέβες των ανθρώπων», απάντησε εκείνη, πράγμα που έκανε τον Ποιητή να αναφωνήσει χαρούμενος:

«Θεέ μου, τι μεταφορά!»

Βρίσκοντάς τον έτσι πολύ παράξενο δεν του είπε τίποτα για το πρόβλημά της. Ωστόσο η συνάντησή τους της έδωσε μια ιδέα: να ακούσει με προσοχή τους ανθρώπινους μύθους, όλες εκείνες τις ιστορίες που είχαν πλάσει οι υπηρετούντες αυτή τη μυστηριώδη οντότητα, την Ποίηση. Και σε αυτές τελικά πράγματι βρήκε κάτι χρήσιμο: πρόσεξε ένα είδος ανακούφισης που είχαν εφεύρει οι λεγόμενες μάγισσες, σύμφωνα με το οποίο όταν μια δύσκολη κατάσταση δεν μπορούσε να ανατραπεί, υπήρχε η δυνατότητα να μαλακώσει με την προσθήκη μιας ειδικής παραμέτρου που θα την έκανε πιο ελαστική και υποφερτή.

Έκανε λοιπόν επίκληση όλης της δύναμης και όλης της φαντασίας της για να εφεύρει έναν τέτοιο καταλύτη, και μια νύχτα, μια πολύ ήρεμη νύχτα κοντά στο ηλιοστάσιο, ευλόγησε το ανθρώπινο είδος με ένα πολύ ιδιαίτερο δώρο – για την ακρίβεια δύο δώρα – που από τότε συνυπάρχουν  με την ανθρωπότητα διαρκώς: τους έδωσε τον Θρήνο και τη Νοσταλγία.

Έτσι κάθε φορά που ένας άνθρωπος πενθούσε για το χαμό αγαπημένου του μπορούσε να θ ρ η ν ή σ ε ι, που σημαίνει να εκφράσει δυνατά τον πόνο του και να κλάψει γοερά, ώστε να τον ακούσουν και να τον συνοδέψουν στο θρήνο και άλλοι, που θα θρηνούν επίσης για το χαμό είτε του ίδιου  είτε και κάποιου άλλου αγαπημένου. Αυτή η δυνατότητά μας, να εκφράζουμε και να μοιραζόμαστε το βαθύ πόνο από τον οποίο κανένα ανθρώπινο πλάσμα δεν μπορεί να ξεφύγει, αποδείχτηκε η μόνη ανακούφιση και σε μερικές περιπτώσεις ακόμα και το άνοιγμα για ένα μελλοντικό άγγιγμα  της αγάπης.

H Νοσταλγία από την άλλη εκπροσωπούσε ένα διαφορετικό είδος έκφρασης, πολύ πιο σιωπηλό, κι επίσης πιο πνευματικό και δημιουργικό. Αφορούσε το συναίσθημα που γεννιέται φυσιολογικά από μια βίαιη αναχώρηση ή εξορία, από αυτή την χωρίς τέλος δυστυχία που στην πραγματικότητα είναι παρόμοια με το χωρισμό από τους αγαπημένους, γιατί στις περισσότερες περιπτώσεις τον περιλαμβάνει. Σ’ αυτή την περίπτωση οι χωρισμένοι νοσταλγούν, που σημαίνει ότι θυμούνται κι αποζητούν ο,τι άφησαν πίσω, αλλά και μοιράζονται το συναίσθημα με άλλους που είναι στην ίδια μοίρα, πράγμα που το κάνει πιο μαλακό και σε κάποιες περιπτώσεις επίσης πολύ δημιουργικό. Από τότε η Νοσταλγία έχει επισκεφθεί μέσα στους αιώνες όχι μόνο μυριάδες ξεριζωμένους αλλά και  μυριάδες εγκαταλειμμένους, και στην πραγματικότητα κάθε ανθρώπινο πλάσμα, αφού το συναίσθημα αυτό δεν προκαλείται μόνο από το χωρισμό στο χώρο μα και από τον χωρισμό στον χ ρ ό ν ο, καταδικάζοντάς μας στην ουσία όλους σε μια εξορία.

Κι έτσι ο Θρήνος και η Νοσταλγία κατάφεραν ως ένα σημείο να ενώσουν τους ανθρώπους, με την εξωτερίκευση και το μοίρασμα της λύπης.

«Ήταν το καλύτερο που μπορούσα, αυτή η επιχείρηση Θήτα-Νι «, σκέφτηκε η γυναίκα εξαντλημένη -και με  διάθεση χιούμορ.

Και με ένα τσίμπημα νοσταλγίας τόσο για το βουνό της όσο και για τον κόσμο των ανθρώπων, πήρε επιτέλους το δρόμο για το σπίτι.

http://www.amazon.com/dp/B00H6B2NW4

Young (From «The doll and the horse»)

young+people

She knew that the students’ supposed impatience to leave class was but a very superficial description of their temperament. Sometimes they were not at all impatient to leave. This was not only because they might not have any interesting place to go to, not even a convenient home out there. It was much more than that: youth has not the same sense of time as adults. Young, with those boundless, everlasting, extremely dangerous moments of theirs – the riding of motors, the consuming of drugs, the hard fighting – are entrapped in a special form of eternity. Young are immortal. Therefore, though sometimes clock minutes are everything to them, some others mean nothing. 

http://www.amazon.com/dp/B00H6B2NW4