Νύχτα στο Πάρκο του Ελληνικού (Από τη “Μέρα της Μελάνης”)
Εκείνο το βράδυ ο Κουτρουμάνος έκανε κάτι σπάνιο γι’ αυτόν: τύλιξε στο λαιμό το κόκκινο κασκόλ του, πήρε το μετρό και κατέβηκε στο Μητροπολιτικό Πάρκο. Βαδίζοντας σ’ ένα ήπιο αθηναϊκό κρύο ποτισμένο από την υγρασία φυτών και θάλασσας, μπήκε αργά στην κεντρική αλέα. Η κίνηση ήταν λιγοστή αλλά υπήρχε, οι προβολείς έριχναν τις σκιές των δέντρων στη χρωματιστή άσφαλτο επαργυρώνοντας και παραλλάσσοντας τα μοτίβα της. Ο καθηγητής κάθισε σε ένα παγκάκι: να που έξω η ζωή ήταν πολύχρωμη, ακόμα και τη νύχτα.
Δυο νεαροί τον προσπέρασαν μιλώντας ζωηρά για τον αγώνα Π.Α.Ο. – Λίβερπουλ:
«Ο Ζόργκου είναι τραυματισμένος. Αν δεν είναι στην εντεκάδα, το ματς είναι δικό μας».
Ο Κουτρουμάνος σκίρτησε νοσταλγικά, ο Ζόργκου. Αναλογίστηκε πόσα χρόνια είχε να πάει στο γήπεδο. Το πάρκο τού θύμιζε παιδικά χρόνια.
Τι ώρα να κοιμάται άραγε; Αναρωτήθηκε γιατί την εμπιστεύτηκα;
Σ’ αυτό δίσταζε κι ο ίδιος να απαντήσει. Έλεγε ότι τη δοκίμαζε, όμως για ποιο πράγμα ακριβώς;
Ύστερα του ήρθε μια πολύ πιο απλή ερώτηση: Πόση ώρα θέλω μέχρι το σπίτι της;
Τα ποδηλατοστάσια ήταν όλη νύχτα ανοιχτά, με τα σωστά κέρματα έπαιρνες το ποδήλατο ό,τι ώρα ήθελες, αλλά ο καθηγητής είχε χρόνια να κάνει ποδήλατο. Αποφάσισε να περπατήσει. Είδε μεγαλύτερους από τον ίδιο να βγαίνουν από μούλτιπλεξ, να παίρνουν ταξί, να φιλιούνται. Είδε νέους με ηλεκτροκίνητα που αγνοούσε τις μάρκες τους, γιγαντοοθόνες και ολογράμματα. Είδε τέλος μια γυαλιστερή θάλασσα με πλοία στο βάθος. Στον ορίζοντα η Αίγινα με τα φώτα στην ίσαλο γραμμή, δεξιά η αναμμένη ως την κορφή Καστέλα, πίσω της, αχνό κομμάτι νύχτας, η σιωπηλή Σαλαμίνα.
Τα ταξίδια της ζωής μας, όσα και να ’ναι, όταν περνάνε τα χρόνια συρρικνώνονται σε ένα και μόνο με ελάχιστους σταθμούς, στην περίπτωση του Κουτρουμάνου δύο ή τρεις: μια άνυδρη γη όπου τα συναισθήματα συνθλίβονταν στην πολλή δουλειά και τους μεγάλους στόχους, και μια χαριτωμένη θάλασσα από τα παιδικά καλοκαίρια. Ανάμεσά τους, θαμπό, ένα βροχερό πρωί σ’ ένα πρωτόγονο αεροδρόμιο της Αφρικής, όπου αποχαιρέτησε έναν φίλο.
Και μυρωδιές: εκείνα τα παράξενα φυτά με τη βαριά ανάσα, απλωμένα σε μεγάλες εκτάσεις και με τη Σοφία να τα διασχίζει, και η αρμύρα του Σεπτεμβρίου από τα ξανθά μαλλιά της Όλγας, πολύ παλιά.
Ανάσανε και τώρα βαθιά. Οι Βάλτοι δεν μύριζαν αλάτι ούτε υδρόβια χλωρίδα όπως περίμενε, μύριζαν τροποποιημένες ψητές πατάτες και μπιφτέκια. Έφτασε στα φωτοβολταϊκά και μέτρησε: ένα, δύο, τρία, να το τετράγωνο. Σπίτια σαν κουτιά, αλλά με όλες τις προδιαγραφές ασφαλείας. Αυτό το γαλάζιο πρέπει να είναι το σπίτι της Όλγας. Το σπίτι της Όλγας στη Σαλαμίνα είχε βεράντα και κεραμίδια, έμπαινες εύκολα ακόμα και από το παράθυρο.
Δίπλα, το βιολετί, πρέπει να είναι της Αντριάνας.
Είχε φως, αν και όχι έντονο.
Τι να κάνει άραγε με τέτοιο φως; Πιθανόν έχει συνδεθεί στο δίκτυο.
Έμεινε κάπου δέκα λεπτά κάνοντας ότι περιμένει κάποιον, έπειτα κάλεσε ταξί.
(Η φωτογραφία είναι από το πάρκο Guell στη Βαρκελώνη)
