Η πηγή της δημιουργίας (από τη “Χρυσή βροχή”)

Η παρακάτω συζήτηση στηρίζεται στο εξής γεγονός: Στην Αθήνα ενός κοντινού μέλλοντος, ο τρόφιμος Στέγης Αστέγων Θοδωρής έχει κλέψει ένα πολύτιμο βραχιόλι από έναν νεαρό σκεϊτμπόρντερ, γόνο πάμπλουτης οικογένειας, και για να γλιτώσει τη δίωξη, στην πρώτη ευκαιρία το “πασάρει”, χωρίς να γίνει αντιληπτός, στην έφηβη (αφγανή μετανάστρια) επίσης σκεϊτμπόρντερ Νάζανιν.  Αυτό είναι το γεγονός. Αλλά τα δύο πρόσωπα του παρακάτω αποσπάσματος, μια μουσικός (εθελόντρια στη Στέγη και, μετά μια σειρά εξελίξεις κάτοχος πλέον του βραχιολιού) και μια νεαρή γραφίστρια (τρόφιμη στη Στέγη, πρεζόνι σε αποτοξίνωση) το βλέπουν με τη ματιά του καλλιτέχνη και η συζήτηση καταλήγει αλλού. Μιλάει η γραφίστρια. Δείτε:

Τις επόμενες μέρες ωστόσο, σαν να είχε τροφοδοτηθεί μέσω του βραχιολιού με ενέργεια, άρχισε να αναπτύσσει μια σειρά από συλλογισμούς, που φαίνονταν να χρησιμεύουν ως βάση σε μουσικές σημειώσεις για κάποια μεγάλη σύνθεση, και που ήταν περίπου οι εξής:

Ο Φαρίντ Ασάρι δεν είχε διλήμματα. Υπηρετούσε την οικογένειά του και το συμφέρον της. Ήξερε τι θέλει, ποιες αξίες ακολουθούσε και έκρινε τα πράγματα από αυτή και μόνο την πλευρά. Όμως η Νάζανιν ήταν στο μεταίχμιο, και λόγω ηλικίας και επειδή μεγάλωνε σε έναν κόσμο πιο ανοιχτό από των γονιών της. Ήθελε λοιπόν να ενταχθεί και σε ένα άλλο σύστημα πέρα από την οικογένεια, και της δόθηκε η ευκαιρία με μια θυσία για χάρη του Θοδωρή. Ένιωσε έτσι πως βοηθάει την κοινότητα της Στέγης, και συγχρόνως κάνει κι αυτή κάτι αντιεξουσιαστικό όπως όλα τα παιδιά.

Όλα αυτά, σκεφτόμουν εγώ, είναι απλώς ό,τι εσύ θέλεις να βλέπεις, ό,τι σου τρέφει τις εμπνεύσεις σου. Ήμουν πάντα θυμωμένη γιατί δεν μου έλεγε τα μυστικά της.

«Εγώ πάλι», της είπα,  «βλέπω μόνο έναν φοβισμένο, τον Θοδωρή, που δεν θέλει να πάει φυλακή και μεταδίδει τον πανικό του στη Νάζια, σε μια τυχαία στιγμή συνάντησης. Η κατοχή του βραχιολιού είναι κάτι ατομικό, αλλά το ένστικτο του φόβου γίνεται εύκολα κοινό. Η Νάζανιν το μοιράζεται ακαριαία και δεν προλαβαίνει να σκεφτεί τις ατομικές συνέπειες».

Είχα κι άλλη, πιο απλή ερμηνεία, πως δηλαδή κατά βάθος η Νάζανιν ήθελε το βραχιόλι για να συγκινήσει τον Παύλο, μα δεν την είπα γιατί ένιωθα πως οφειλόταν μάλλον στη δική μου εμμονή με τον Παύλο.

 «Η καθεμία μας από τη σκοπιά της», είπε ωστόσο η Δανάη, αφού με άκουσε προσεκτικά.

Η φράση της μου φάνηκε αόριστα σημαντική και μέχρι το βράδυ είχα νιώσει γιατί. Υπονοούσε πως και εκείνη κι εγώ στηρίζαμε τις γνήσιες εμπνεύσεις μας, ό,τι αληθινά μας πάθιαζε και μας υποκινούσε, σε αξιώματα αυθαίρετα. Και άρα σήμαινε πως η ατομική δημιουργία δεν πηγάζει από την απλή πραγματικότητα, μα ούτε κι από την αλήθεια στη βάση των συλλογισμών, αλλά από ένα θεμελιώδες, εκρηκτικό ψέμα.

Ένιωσα απρόσμενα ωραία. Ξαφνικά δεν με ένοιαζε πια που δεν μου έλεγε τα μυστικά της ως φίλη ή γυναίκα. Μοιραζόμουν μαζί της κάτι πολύ ανώτερο, αυτή τη συνθήκη των δημιουργών, που είναι κοινή σε όλους όσο κι αν διαφέρουν τα στοιχεία της. «Η καθεμία από τη σκοπιά της». Μ αυτά τα λόγια (ήμουν εικοσιοχτώ, ένα πρεζόνι σε θεραπεία που πάλευα να σκιτσάρω τις πρώτες ιδέες μου), η Δανάη Χαραμή με έχρισε, εκείνη τη μέρα, καλλιτέχνη.

1 comment 29/11/2009

Η μοναξιά της Ουλούλ (από το “Μαχαίρι στην μπότα”)

lulu6

Ουλούλ είναι το Λουλού ανάποδα.  Μικρή μου την αγόραζε κάθε βδομάδα ο πατέρας -Αφροδιτάκι, τρέχα, η καινούργια Λουλού. Λεμονάδες από παγοκρύσταλλα κρεμασμένα στη στέγη έπαιζαν μια μελωδία σαν κινέζικα καμπανάκια, και οι νύχτες του Χάλοουην λαμπύριζαν από τις φωτισμένες κολοκύθες και αντηχούσαν από τους χορούς των μαγισσών.  Όλα είχαν τη μόνιμη μελαγχολία του άφατου, που μέσα της άρχιζε και τέλειωνε ο κόσμος των παιδιών.

Σ΄ένα χριστουγεννιάτικο τεύχος η Λουλού λέει μια ιστορία στον Άλβιν. Η Ουλούλ είναι μια μικρή Εσκιμώα, που ζει μόνη της στο Βόρειο Πόλο. Ανεβαίνει στη στέγη του ιγκλού της και κοιτάζει από μακριά το αγόρι που μένει πέρα, στο άλλο ιγκλού, και δεν την αγαπά ούτε την υπολογίζει. Την εκτίμησε μόνο λιγάκι, όταν εκείνη έδειξε, στα ψέματα, ότι είναι κατώτερη απ’ αυτόν. Η αγάπη είναι ακόμα ή εξουσία ή υποταγή, κι όσο είμαστε σ’ αυτό τον παρονομαστή τίποτα δεν γίνεται.  Η εξουσία παίρνει βέβαια κατά καιρούς διάφορες μορφές, αλλά στα χρόνια μας μεταλλάσσεται σ΄ένα ύπουλο θέαμα, όπου τα γεγονότα της ζωής μας είναι εικονικά, όπως και τα συναισθήματα, κι έχουμε μετακινηθεί σ΄ένα επίπεδο λόγου αφασιακού. Η Ουλούλ κοιτάζει από το ιγκλού της το χιόνι. Όλη η ζωή μας έγινε μια πολιτεία βυθισμένη στο άσπρο χιόνι.

lulu3

Στη φωτογραφία κάτω: η σπουδαία (και άγνωστη σε μας) κυρία Marjorie Henderson Buell (1904-1993), η Marge, όπως υπέγραφε, a pioneering female cartoonist σύμφωνα με το βιογραφικό της. Όπως καταλάβατε, η δημιουργός του κόσμου της Μικρής Λουλούς.

lulumar

Add comment 01/11/2009

Εικόνες από το μέλλον (από τη “Χρυσή βροχή”)

 

sincity

Μια χριστουγεννιάτικη νύχτα έφτασα με ένα παλιό, παγωμένο λεωφορείο – φυσαρμόνικα, από τα ελάχιστα που έφευγαν ακόμα από την πλατεία Κουμουνδούρου, στις σκοτεινές συνοικίες προς το βουνό του Αιγάλεω. Βρισκόμουν στην Ελλάδα για ένα φλας μπακ στα δύσκολά μου χρόνια, μα ό,τι έβλεπα γύρω μου έδειχνε πως τα δύσκολα τώρα είχαν έρθει για όσους ήταν τότε οι δυνατοί. Στη διαδρομή καθόμουν με την πλάτη στον οδηγό κι έβλεπα πανοραμικά τους άλλους επιβάτες (επιβάτες), ένα μελαψό κορίτσι με μοβ παντελόνι και φιόγκο στα μαλλιά, έναν μικροπωλητή με πεινασμένα μάτια που έμοιαζε να έχει σταθεί ώρες στο κρύο, δυο μεσήλικες γυναίκες και μια νεαρή, κατάξανθη μαμά με μωρό κι ένα νάιλον ελαφάκι στο χέρι. Ίσως δεν θα έπρεπε, μα ό,τι αντίκριζα με συνάρπαζε: Μετά τα ζωγραφιστά παιδάκια που ατένιζαν παράξενα αστέρια στο ύψος των ματιών από ζωγραφιστές ταράτσες γύρω στην πλατεία, ενώ σκεϊτάδες στριφογύριζαν στο έδαφος, το αυτοβιογραφικό μου κόμικ θα συνεχιζόταν με ένα μαύρο, ένα γκόθικ κεφάλαιο. (Εγώ στο σχεδιαστήριο)*.

Κατέβηκα στο τέρμα, μια υπερυψωμένη αλάνα στην άκρη του πάρκου Αντώνης Τρίτσης και κάλεσα τη Δανάη. Η φωνή της μου φάνηκε αφύσικα χαρούμενη μέσα σε αυτή την ερημιά. Είχα στο νου την εικόνα της από τη συναυλία στην Καμπούλ πριν λίγα χρόνια (φωτό), εκείνο το μαγευτικό σόλο βιολί που είδα κι άκουσα στο διαδίκτυο. Είχε γεράσει από ό,τι κατάλαβα, μα με έναν αρχοντικό τρόπο. Πώς να ζούσε άραγε σ’ αυτήν εδώ τη χώρα που την κράτησε για πάντα, αγνοημένη, περήφανη και σιωπηλή;

Ακολουθώντας τις οδηγίες της (έλειπε εκείνη την ώρα από το σπίτι, αλλά εγώ μπορούσα να πάω μέσα στο κτίριο, για να μην κρυώνω), βρέθηκα στην άκρη της αλάνας, από όπου κατέβαινες με μια τσιμεντένια σκάλα σε ό,τι προσπαθούσε ακόμα να μοιάσει με συνοικία. Στα πόδια μου απλωνόταν η δυτική Αθήνα από το Περιστέρι, το Ίλιον και τους Αγίους Αναργύρους μέχρι το βουνό του Αιγάλεω, και νοερά ως την ακτογραμμή, τα παλιά ναυπηγεία και την ιχθυόσκαλα. Στο λιγοστό φως διέκρινα κάτω μια μικρή πλατεία με ένα περίπτερο, μια φάτνη κι ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο στολισμένο με γυαλιστερά τενεκεδάκια. Οι δρόμοι χάνονταν στο σκοτάδι ανάμεσα σε λόφους που έκρυβαν χωματερές ενώ πέρα, στους πρόποδες του βουνού, απλώνονταν πλαγιές σκεπασμένες με κομπόστ. Οι γάτες εδώ ήταν στρατός ολόκληρος, αδύνατες και άγριες, μα δεν τις σκότωναν γιατί ακόμα πιο πολλοί ήταν οι αρουραίοι. Οι κάδοι των σκουπιδιών έχασκαν πάντα ανοιχτοί, τροφοδοτώντας μόνιμα τους ρακοσυλλέκτες.

Πριν κατέβω τη σκάλα πρόσεξα δίπλα μου ένα αγόρι, καθισμένο πάνω σε έναν τσιμεντόλιθο στην άκρη της αλάνας. Ήταν γύρω στα δεκαεφτά, με σκούφο κι ένα μακρύ μπουφάν, τα μανίκια διπλωμένα στις άκρες. Καθόταν ακίνητο και κοίταζε στο ύψος των ματιών την κορυφή του δέντρου με τα γυαλιστερά τενεκεδάκια, που έμοιαζαν με παράξενα αστέρια. Εκείνη τη στιγμή το κορίτσι του λεωφορείου με το μοβ παντελόνι τον χαιρέτησε με μια παράξενη λέξη, κάτι σαν μουράνο, κι εκείνος κούνησε το χέρι με τρόπο που έμοιαζε με αντίο και δήλωνε, σχεδόν τρομακτικά, κάτι αναπόφευκτο, οριστικό. Ο ουρανός αντανακλούσε χρυσογάλανες λάμψεις από τα σύννεφα, τα λίγα φώτα κι ένα μακρινό, αθέατο προβολέα που περιστρεφόταν στο στερέωμα.

Σύμφωνα με τις οδηγίες της Δανάης πέρασα πίσω από το πάρκο Αντώνης Τρίτσης, πρώην περιβαλλοντικό και νυν πηγή για καυσόξυλα, μπήκα σε ένα δρόμο με πολυκατοικίες όπου μόνο δυο τρία μπαλκόνια ήταν φωτισμένα και διέσχισα την αυλή ενός σχολείου, όπου υπήρχε κάτι σαν παζάρι γύρω από βαρέλια με φωτιές. Μετά από περπάτημα κάπου δέκα λεπτών αναγνώρισα το σπασμένο μηχάνημα παγωτού και την ταμπέλα με τη χιονισμένη βουνοκορφή, ό,τι είχε δηλαδή απομείνει από το κατάστημα της παλιάς αλυσίδας φαστφούντ Ιμαλάια. Είχα φτάσει στο κτίριο όπου έμενε η Δανάη. Είχε τρεις ορόφους, όλους με ένα φαρδύ διάδρομο στη μέση και τα διαμερίσματα στις δυο πλευρές του. Οι τζαμαρίες ήταν κλειστές με κουρτίνες και διακοσμημένες με κούκλες βιτρίνας, χάρτινους κίονες, πλαστικά πουλιά και ζώα και βέβαια χριστουγεννιάτικα στολίδια. Βρισκόμουν στο πρώην Εμπορικό Κέντρο Ίλιον. Περνώντας ανάμεσα από αυτά τα σπίτια, όλα πρώην εμπορικά καταστήματα, από όπου ακούγονταν τώρα φωνές και φαίνονταν σκιές που έπιναν και χειρονομούσαν, ανέβηκα ως το τελευταίο πάτωμα και μπήκα στον παλιό κινηματογράφο.

Τα κόκκινα καθίσματα ήταν ξηλωμένα τόπους τόπους. Σε μερικά έλειπε το πάνω μέρος,  ενώ κάποια ήταν ακέραια, ακόμα και με το λευκό πανάκι του προσκέφαλου να προσμένει, καθαρό, τον θεατή. Η ψευδοροφή είχε ξηλωθεί και φαινόταν το γύψινο ταβάνι, με ρωγμές από την υγρασία. Η οθόνη ωστόσο ήταν στη θέση της, λευκή, πελώρια, πανοραμική και οι βαριές κουρτίνες στερεωμένες στα πλάγια με χάρη και μεγαλοπρέπεια. Εκεί, επάνω στη ράμπα, τον είδα.

Ήταν αδύνατος, σκυφτός και πολύ γέρος. Μόλις με είδε, άρχισε να μιλάει με φωνή τρεμάμενη μα δυνατή: «Τη χρονιά που πέρασε μείναμε ακόμα πιο μόνοι. Όμως εμείς πρέπει, στο χρόνο που θα ’ρθεί, πρέπει να συντροφεύουμε ο ένας τον άλλον». Στο πρέπει σήκωσε το δάχτυλο σε μια κίνηση επιτακτική και γνώριμη. Τον κοίταξα μια στιγμή, έπειτα πλησίασα κι ανέβηκα στη ράμπα. Τα μάτια του έπαιξαν πάνω μου μισό λεπτό πριν τον πάρω αγκαλιά…

54

*Τα έντονα πλάγια σε παρένθεση είναι “σημειώσεις”-επισημάνσεις της αφηγήτριας, που είναι δημιουργός κόμικ. Το κείμενο σε αυτή την ενότητα είναι όλο, υποτίθεται, σενάριο για κόμικ και η σχεδιάστρια τονίζει κάποια σημεία που θέλει οπωσδήποτε να αποδώσει σε καρέ.

Τα εικαστικά είναι του Αλέξανδρου Βασμουλάκη

Ολόκληρη η νουβέλα εδώ

Add comment 28/10/2009

Αλλάξαμε!

[άσπρα3.jpg]

Add comment 22/10/2009

Το Πρωινό Ιντερσίτυ σε PDF

…Δηλαδή η εισαγωγή και το πρώτο κεφάλαιο, μια που, όπως και για τους Εθελοντές, τα ενεργά δικαιώματα του εκδότη δεν επιτρέπουν εκτενέστερη δημοσίευση. Αντίθετα, το Μαχαίρι στην μπότα, όπως έχω υποσχεθεί, θα δημοσιευθεί ολόκληρο, μόνο που πρέπει να το πληκτρολογήσω, οπότε, φανς (χιούμορ!), υπομονή! Προς το παρόν, γεύση από Πρωινό Ιντερσίτυ (και από όλα τα άλλα) εδώ  και το υπόλοιπο στα βιβλιοπωλεία! Για το οπισθόφυλλο μπορείτε να δείτε τη σελίδα της Εστίας, τη σελίδα Έργα αυτού του μπλογκ ή το μπλογκ Τα χάρτινα βιβλία μου.

 

Add comment 18/10/2009

Το ταξίδι της Σόφης (από το “Μαχαίρι στην μπότα”)

Manon%20Lescaut%20b

“Ώστε λοιπόν δεν έχεις κλείσει το δέκατο έκτο;”

Ο τύπος που μου κάνει αυτή την ερώτηση κάθεται απέναντί μου και είναι κουρεμένος στρατιωτικά. Γύρω στα είκοσι πέντε, ψηλός, ούτε ωραίος ούτε άσχημος. Μια λύση για τη βραδιά, όχι ιδιαίτερα αποκρουστική.

Είναι Σεπτέμβρης γλυκός, περασμένα μεσάνυχτα. Ντίσκο σε ταράτσα στο κέντρο της Πλάκας. Τα πολύχρωμα φώτα στα στενά ένα γύρο κάνουν τη νύχτα ένα τρελαμένο πανηγύρι, τα μεγάφωνα παίζουν το Sex machine με τον James Brown, ό,τι μονάχα ξεχωρίζω από το μπερδεμένο μιξάρισμα. Ο χρόνος δεν με κυνηγάει πια. Πάνω στην πίστα αναβοσβήνει το φώσφορο κι όταν είσαι μέσα του σπάνε σε κομμάτια οι μορφές, σπας σε κομάτια και συ, πιο πολλά τα κομμάτια όσο πιο δυνατή η μουσική. Κατρακυλάς με τους άλλους σ’ ένα βυθό, τα μάτια σου αχρηστεύονται και ο παλμός  μπαίνει μέσα σου και σε παίρνει βίαια, σαν ζωάκι, και δεν ξέρεις αν σ’ αρέσει. Αν είσαι ωστόσο στην άκρη της πίστας τα φώτα δεν σε πιάνουν και η παραίσθηση ελαττώνεται. Στεκόμουν εκεί πριν από λίγα λεπτά και λικνιζόμουν, κοιτάζοντας μια όμορφη νέγρα που μου ‘δινε το ρυθμό, η μόνη που είχε ρυθμό, οι άλλοι σαν αρκούδες χορεύανε. Ανάμεσα στα πρόσωπα τα σπασμένα σε χιλιάδες σκιές, χρωματιστές σκιές που μου ξεφεύγουν, βλέπω για μια στιγμή το κεφάλι εκείνο. Γκρι και γαλάζια μάσκα χωρίς μαλλιά, μάτια μικρά και σκιστά, κι εκείνο το γέλιο, να σκεπάζει τους ήχους και να με παγώνει, απειλητικά γυρνώντας στην οθόνη σε γκρο πλαν. Το γκρο πλαν μεγαλώνει και θα με καταπιεί, είμαι μόνη μου και φοβάμαι. Ο πατέρας μου με πήγαινε σ’ αυτές τις ταινίες του Φαντομά, που του άρεσε να βλέπει. Ήμουν πολύ μικρή, αλλά ήμουν εξοικειωμένη, από παιδάκι έβλεπα πολύ σινεμά. Το πρόσωπο στην οθόνη γελούσε μ’ ένα γέλιο κακό, κι έλεγα τώρα θα γυρίσει, τώρα, μη φοβηθείς, κι είχα μάθει να μη φοβάμαι, είχα μάθει να ελέγχω το φόβο μου. κι έτσι κάθισα κάτω στην άκρη της πίστας κι ήρθε και με μάζεψε αυτός με τα κουρεμένα μαλλιά.

Τώρα μιλάει στο κορίτσι που κάθεται απέναντί του και το κόβει. “Φαίνεται μεγαλύτερη”, θα λέει μέσα του. “Τι στην ευχή, θα φάμε κάτι, πρέπει, απόψε. Γούστο έχει. Έχει φύγει, λέει, από το σπίτι της. Βέβαια δεν θέλουμε μπλεξίματα, και μ’ αυτές τις μικρές ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις, όλο μούσι είναι. Θα την πάω στο σπίτι, εκεί, στην ταράτσα, και θα δούμε”.

Αυτά σε χρόνο αστραπή, χαμογελώντας άσχημα στο απέναντί του κάθισμα.

Απέναντί του κάθομαι εγώ, η Σόφη, και δεν έχω κλείσει το δέκατο έκτο.

Στην πραγματικότητα είμαι δεκαπέντε και ενός μηνός, και πολύ ερωτευμένη με το Δημήτρη. Τα φτιάξαμε πέρσι για κανένα μήνα, αλλά γίνανε κάτι παρεξηγήσεις  και τα χαλάσαμε, κι από τότε η ζωή μου δεν πάει καλά.

(Συνεχίζεται)

Add comment 06/10/2009

Η χρονιά του καύσωνα (από το “Μαχαίρι στην μπότα”)

CA-00208-C~Beach-at-Lake-Tahoe-PostersΔεν ξέρω πώς μου ήρθε να πάω στην κηδεία του Μπενάκου. Ο γέρος ήταν μυστήριο πρόσωπο για όλους μας, γοητευτικός και λίγο φοβερός όταν ήμαστε παιδιά, παράξενος και κάπως γελοίος για τους περισσότερους, όταν μεγαλώσαμε. Δεν ήταν για το γέρο βέβαια, ούτε για τη Σόφη, τι την ένοιαζε τη Σόφη πια; Ήταν κάτι σαν νοσταλγία, σαν κρυφή ενέργεια που ψάχνει ένα πρώτο ερέθισμα, μαζί με την ανάμνηση εκείνης της γλυκιάς παχουλής αδερφής του: όλη χαμόγελο, δώρα, δυο πόδια γεμάτα φλεβίτη να τρέχουν μέσα σε ψηλοτάκουνες παντόφλες πάνω  κάτω, να κερνάνε τα χέρια, να χαϊδεύουν τα μάτια, να ζεσταίνει η καρδιά. Πώς να ‘ταν η θεία αυτή της Σόφης σε μια κηδεία; Πώς να ‘ταν μια κηδεία νεκρού από καύσωνα;  Ο μεγάλος ήρωας Μπενάκος, φόβος και τρόμος των Γερμανών στον πόλεμο, νεκρός από τη ζέστη.

Πήγα. Ήταν ο πρώτος καύσωνας, εκεί, στα μέσα του ‘80, και ο λαός, όπως πάντα απροετοίμαστος, θρηνούσε αδικοχαμένους. Οι τάφοι ήταν ανοιγμένοι κάπως σαν ομαδικοί, δίπλα δίπλα τα κουφάρια και το χώμα ανασκαμμένο, ζωντανό καφέ, σπαρταριστό. Τα σκουλήκια λαχταρούσαν την τροφή, ο ήλιος έλιωνε τον αέρα σε ένα αχνιστό σύμπαν κι ανάμεσα μαύρες φιγούρες διαλυμένες στο φως, σαν τις πινελιές στο νερό της ακουαρέλας.

Στο δρόμο από την εκκλησία ως τον τάφο οι συγγενείς συζητούσαν τα ανάλογα:

“Παιδί μου, 50 βαθμούς υπό σκιάν στο σπίτι της Μερόπης στα Κιούρκα!”

“Τι κάνετε; Μεγαλώσαν τα παιδιά!”

Σε κάθε γάμο και κηδεία συναντιούνταν.

Η θεία έλαμπε μέσα στα μαύρα από καλοσύνη, και η ζέστη σαν να μην την άγγιζε. Είχε μια μαγική δύναμη, μια βαθιά ευγένεια, μια άυλη ομορφιά που αναδυόταν από το δέρμα, το σώμα της, τα φουσκωτά μαύρα μαλλιά, τα πύρινα λαδιά της μάτια.  Μετά το τέλος της ιεροτελεστίας του κονιάκ και του καφέ , με ρώτησε αν ήθελα να πάω από το σπίτι. Είχε, μου είπε, κάτι πράγματα της Σόφης ο Μπενάκος, μήπως τα ήθελα;

Έτσι έγινε και βρήκα το τετράδιο της Σόφης ανάμεσα στο σκουπιδαριό που με επιμέλεια φύλαγε ο πατέρας της. Ήταν μια λύση στην αμηχανία μου – ν’ αρχίσω πριν ή μετά τα γεγονότα της Νομικής; Από τη Στέλλα και τα παιδιά της πλατείας ή από το υπόγειο με τους εσατζήδες και να πάω προς τα πίσω;

Ήταν μια λύση η Σόφη. Και μόνο που το λέω θυμάμαι την καρδιά μου να πλημμυρίζει από αγάπη, όπως μόνο μετά από πολύ καιρό θα πλημμυρίσει πάλι, όταν όλα αυτά που γράφει η Σόφη θα έχουν χωνευτεί. Όταν πρόσωπα, ιστορίες και αισθήματα δικά της θα τα ξεπλένει η μεσημεριάτικη βροχή του φθινοπώρου, καθώς ένας πολύ νεός άντρας με μαύρα μαλλιά, μαύρα σαν κάρβουνα μάτια και μαύρα ρούχα θα κατεβαίνει από τα Εξάρχεια την Ιπποκράτους και η μορφή του θα καθρεφτίζεται στις βιτρίνες των βιβλιοπωλείων σαν οπτασία απ’ τα παλιά.

Αλλά κι αυτό είναι πολύ μετά. Αυτά που έγραψε η Σόφη έγιναν το καλοκαίρι του ‘72 , ενώ το αγόρι γεννήθηκε μόλις δυο χρόνια αργότερα. Επομένως μπορεί και να μην έχουν άλλη σχέση πέρα από τη δική μου αγάπη. Ας είναι.

Ο πρόλογος και το πρώτο κεφάλαιο του μυθιστορήματος εδώ

Add comment 29/09/2009

Γεννηθήκαμε λοιπόν στην Αθήνα, part two (από το “Μαχαίρι στην μπότα”)

Μεγαλώσαμε στην Αθήνα λοιπόν με μουσική ροκ -σκύβαμε στη γη ν’ ακούσουμε την κραυγή της πεταλούδας-, με σιωπή, με πολιτικά υπονοούμενα, ειρηνικά, χωρίς πείνα, χωρίς προσωπικούς διωγμούς. Μόνο κάλτσες και κορδέλες μπλε έπρεπε να φοράμε στο σχολείο, αλλά κι αυτές, εμείς οι μαθήτριες της Αθήνας, προνομιούχες σε σχέση με τα επαρχιοκόριτσα, τις βγάζαμε όταν πηγαίναμε ραντεβού. Λέτε αυτές οι κάλτσες και οι κορδέλες λοιπόν, και τα κουρεμένα μαλλιά των αγοριών που τα κολλάγανε με λεμόνι -δεν είχαμε τότε τζελ- λέτε οι κάλτσες και το λεμόνι και τα άφτιαχτα φρύδια να φταίγανε, που γίναμε τελικά τόσο κακοί; Μετά από τόση αγάπη και καλοσύνη και μουσική, τόσους χορούς και εκδρομές και βιβλία, πώς γίναμε τόσο κακοί και τόσο ασήμαντοι; Ή μήπως δεν ήταν αγάπη αυτό που κρυβόταν πίσω απ’ τους τοίχους του τρίπατου παλιού σπιτιού με τα ωραία μαύρα κάγκελα στο πάνω μπαλκόνι, ή στην αυλή του προσφυγικού, όπου έμενε η γριά με τη Σίσσυ, ή απέναντι, στο σπίτι που είχαν επιτάξει στην κατοχή οι Γερμανοί, κι αργά τη νύχτα, ανεξήγητα, ακουγόταν το πιάνο; Μήπως δεν ήταν η καλοσύνη αυτό που έγραψε στις ψυχές μας το μυστικό τους κώδικα, μα ήταν κάτι απροσδιόριστα φτηνό, σαν ύπουλο, πρόστυχο ή δειλό, που τις διαπότισε αργά, σαν τη βρομιά που πιάνει με το χρόνο και δεν ξεπλένεται;

“Τι να σου κάνουν οι άνθρωποι, καημένη Αφροδίτη, δύσκολοι καιροί κι εσένα ο νους σου όλο στους Λεντ Ζέπελιν και στον Τσε Γκεβάρα, αυτά θα σου δώσουν φαϊ; Η ζωή είναι αγώνας, καημένη”.

Άσε πατέρα, αφήστε πατεράδες, βαρεθήκαμε να σας κουβαλάμε. Ήρθαμε ως εδώ χωρίς η ιστορία να μας τιμήσει με πολλά. Κι ωστόσο τώρα που αποχτήσαμε προοπτική μέσα στο χρόνο, η Ερόικα μπορεί να μας δείξει ένα δρόμο, να δώσει ένα λόγο και σε μας. Χρόνια της ηλικίας της θάλασσας, χρόνια ηρωικά, να τα ψηλαφίσουμε ξανά, μαζί με τις καινούργιες και τις παλιές μου αγάπες.

Και πάνω που σκεφτόμουνα από πού ν’ αρχίσω -απ’ την παλιά τροτσκίστρια, τους μετανάστες από την επαρχία, ή την ωραία ηθοποιό που δεν μιλούσε σε κανένα- και πάνω κυρίως που μελετούσα την Ιστορία- όχι να γράφουμε για τον εαυτό μας, σιγά, τι είμαστε εμείς;  Σκουπιδάκια του αέρα, σημασία έχει το πανανθρώπινο και το παγκόσμιο, όπως αυτό πραγματώνεται διαλεκτικά στο ιστορικό γίγνεσθαι- πάνω εκεί χτύπησε το τηλέφωνο και ήταν η Σέλια. (Πολλά κορίτσια της γενιάς μου είχαν περίεργα ονόματα. “Κουφά”, όπως θα λέγανε οι μαθητές μου σήμερα, καθ’ ότι ζούσαμε στο ζενίθ της ξενομανούς αστικοποίησης της νεοελληνικής κοινωνίας):

“Αυτά, λοιπόν, και πού να σ’ τα λέω, πέθανε κι ο Μπενάκος, ο γέρος!”

“Καιρός ήτανε”, είπα, κι ένιωσα τον κόσμο ελαφρότερο και πιο ελεύθερο, πιο παιχνιδιάρη κατά τι.

“Από τον καύσωνα”, μου λέει η Σέλια. “Όλο τριγύρναγε ο γέρος στη γειτονιά και δεν άκουγε τις συστάσεις της τηλεόρασης, “να μένετε σπίτια σας”, και λοιπά. Άσε που φόραγε εκείνα τα στενά μαύρα πουκάμισα με τα μακριά μανίκια. Τα τίναξε ο γέρος, θερμοπληξία, μεγάλη πλάκα”.

(συνεχίζεται)

2 comments 26/09/2009

Γεννηθήκαμε λοιπόν στην Αθήνα…(από το “Μαχαίρι στην μπότα”)

cebcceb1cf87ceb1ceb9cf81ceb1cebaceb9

Οι φίλοι μου κι εγώ ήρθαμε ως εδώ από τη θάλασσα, τη μεγάλη και πλατιά, που δεν την έχουν ακόμα εξαντλήσει. Αιώνες πίσω μας ναυάγια και ωδές, αγάπες κοιμισμένες και πράγματα παλιά, μας περιμένουν κάθε νύχτα να γυρίσουμε σε ένα άσπρο σπίτι σιωπηλό κάτω απ’ τα κύματα. Μια μουσική από πηλό και μέταλλο μας συνοδεύει από τη γέννησή μας, ενώ σπασμένα χάδια στα πρόσωπα βάφουν με άστρα τα δάχτυλά μας. Αυτά τα λόγια θα μπορούσαν βέβαια να είναι ένας υπαινιγμός για τον τόπο όπου γεννήθηκα. Ένα νησάκι, ας πούμε, ξεχασμένο, δυο φούχτες χώμα για τα πόδια και τα χέρια μου κι ένα μαρμάρινο χαμόγελο χαμένο απ’ τον παλιό καιρό κάτω απ’ την άμμο του βυθού. Αλλά καθώς εγώ γεννήθηκα στην Αθήνα, το σιωπηλό και πράσινο νερό που μια βραδιά θα με δεχτεί, δυο χούφτες χώμα πίσω στο βυθό μου, δεν είναι παρά ο θάνατος. Αυτός που θα ‘ρθει όλος αγάπη κι αγκαλιά, ύστερα από αρκετό, όπως ελπίζω, χρόνο. Χρόνο για να σας πω μια καλημέρα και δυο απλές κουβέντες, όπως “κρυώνω”, “πρόσεχε πού πατάς” ή “σ ‘ αγαπώ”.

Γεννήθηκα λοιπόν στην Αθήνα, την πόλη την αναρχική, στα τέλη της δεκαετίας του ‘50. Οι φίλοι μου κι εγώ προλάβαμε το γαϊτανάκι -αν και η λέξη ήτανε λάθος, άλλο πράγμα ήταν το γαϊτανάκι, όπως μάθαμε αργότερα. Εμείς ονομάζαμε έτσι τότε αυτόν που φόραγε στη μέση του ένα πολύχρωμο γαϊδουράκι από παπιέ μασέ, ενώ γύρω του μια κομπανία μεταμφιεσμένων έπαιζε μουσική κι όλοι μαζί διαβαίνανε χορεύοντας. Μέχρι να τρέξω στο παράθυρο του ημιυπόγειου ο μαγικός θίασος είχε φύγει.

ωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωω

Κάτι εικόνες μονάχα με φιγούρες αινιγματικές, σαν κούκλες με σκοινιά ή σαν νεράιδες αμφίβολης καλοσύνης, έρχονταν στα παιδικά μου όνειρα και τα στοίχειωναν, γεμάτες γοητεία, τρόμο και παραμυθένια ομορφιά. Τριάντα χρόνια αργότερα οι παιδικές μου μνήμες λυτρώθηκαν από τη φυλακή τους και βγήκα στην ακτή με ένα μεγάλο φωτισμένο καράβι. Αλλά είναι πολύ νωρίς ακόμα για να πούμε τέτοια.

Γεννηθήκαμε λοιπόν στην Αθήνα του ‘50. Η γειτονιά μας είχε και προσφυγικά και νεοκλασικά και πολυκατοικίες. Ο τύπος με τον πάγο -”ο πάγοοος!”- περνούσε κάθε πρωί με το καρότσι και το τσιγκέλι του και ο μικρός κυβόσχημος παγετώνας έλιωνε στην πόρτα, αν δεν προλάβαινε η μαμά να τον πάρει μέσα. Εγώ, σαν τη μικρή Λουλού, ή σαν τη Μαφάλντα σήμερα, έλεγα τρυφερές εξυπνάδες για τον πάγο. Αργότερα θα έπαιρνα τα όνειρά μου για να χαράξω το χιόνι της άσπρης πολιτείας που θα βυθιζόταν αργά στη θάλασσα της θλίψης. Μα τότε ακόμα μεγαλώναμε.

Γεννηθήκαμε λοιπόν στην αναρχική Αθήνα. Στη δεκαετία του ‘60 τα μεγάλα μας αδέρφια άκουγαν Τζαίημς Ντάγκλας Μόρισον και στα πρώτα ‘70 ήμασταν έφηβοι πια.

Loustal_07

Στην Ευρώπη και την Αμερική τα κινήματα της νεολαίας είχαν χαράξει τον ουρανό των ιδεολογημάτων της Δύσης με κάτι πεφταστέρια αλλιώτικα, ασταθή, τρυφερά, αλήτικα κι όλο ερωτευμένα με κάποια κυρία Επανάσταση.  Στην Ελλάδα οι γονείς μας και κάτι μυστήριοι θείοι, για τους οποίους μαντεύαμε σκάνδαλα και ύποπτες περιπέτειες, φοβούνταν να μιλήσουν. Είχαμε δικτατορία και στα σχολεία το πουλί του Παπαδόπουλου στόλιζε όλα τα βιβλία μας, μαζί με καλλιτεχνικά συνθήματα όπως freedom, peace on earth, love και ψευδώνυμα που παρέπεμπαν σε καταστάσεις έρωτα και θάνατου…

Add comment 21/09/2009

Βρέχει… (Από το “Πρωινό Ιντερσίτυ”)

ωβροχηΟ

Ο διευθυντής έδινε συνεχώς οδηγίες για τροποποιήσεις του προγράμματος, ματαιώσεις μαθημάτων και δικαιολόγηση απουσιών λόγω εκτάκτων καιρικών συνθηκών. Ο ποιητής άκουγε τα περί «εκτάκτων» συνθηκών –που διαρκούσαν σχεδόν ένα μήνα– ως ενδιαφέρον δείγμα γλωσσικής απολίθωσης: η αδράνεια της γλώσσας είναι δευτερογενής. Προηγείται η αδράνεια των ανθρώπων.

 Βρέχει, κι αν τα νοήματα αναπτύσσονται κατά την εκφορά του λόγου στη διάρκεια της επικοινωνίας, τότε, αναρωτιέται ο ποιητής, ποιο νόημα έχει ήδη αποκτήσει, σύμφωνα με την κοινωνική σημειωτική, η λέξη νερό; Η λέξη ποτάμι; Βροχή;

Βρέχει κι ο Βλαντιμίρ τού θυμίζει κάθε τόσο ότι δυο μονάχα λέξεις μείνανε, και τι να κάνει μ’ αυτές ο ποιητής;

 Την πόλη οι Κρουπ και τα κρουπάκια καλλωπίζουν

Μ’ απειλητικών φρυδιών ρυτίδες στο κούτελο μπρος. 

Των νεκρών λέξεων τα μικρά πτώματα στο στόμα σαπίζουν.

Μόνο δυο ζούνε καλοπερνώντας

 –«κάθαρμα»

και μια άλλη,

θαρρώ –«μπορς*».

 

Οι ποετάστροι

Μούσκεμα στο κλάμα και στ’ αναφιλητά

Λακίζουν απ’ το δρόμο μ’ ανάκατη μαλλούρα:

«Πώς να τραγουδήσεις με δυο τέτοιες λέξεις μοναχά

την αρχοντοπούλα

και τον έρωτα

και το λούλουδο με τη δροσούλα;

 Δυο λέξεις είχαν απομείνει, «ποτάμι» και «πλημμύρα», κι ο ποιητής δεν μπορούσε να πει μ’ αυτές πολλά. Κάποτε σχημάτιζε φράσεις όπως «ποτάμι εσύ, το αίμα μου» ή «πλημμύρισα φως». Μα τώρα ένιωθε τις δυο λέξεις ακατάλληλες για ποίηση: πολύ στενά δεμένες με το γεγονός.

 Και βρέχει. Το ποτάμι έχει στις όχθες του ερειπωμένα εκκλησάκια κι ανθρώπους που κοιτάζονται μεταξύ τους επιφυλακτικά, σαν τα αγρίμια στη ζούγκλα, την ώρα που το νερό απειλεί τις πόρτες τους. Στην κοίτη του περιέχει οργανική ύλη, όπως χαμόκλαδα, ψοφίμια και ανυπεράσπιστους βάτραχους. Κομμάτια πολιτισμού, όπως σαμπρέλες, πλαστικά και λάσπη χημικά αλλοιωμένη.

Και στον πυθμένα του μέταλλα. Θησαυρούς που θα θαφτούν για να ξεθαφτούν μια μέρα, ως μνημεία ζωής που έψαχνε, κάποτε, τη γλώσσα της.

Βρέχει.

Η γλώσσα είναι μέσο διαχείρισης ισορροπιών.

Βρέχει.

Το ποτάμι έχει χάσει τη γλώσσα του.

 Ο ποιητής πήγαινε στο σχολείο κάθε μέρα και επέστρεφε σχεδόν άπρακτος, για να δειπνήσει μόνος στο σπίτι. Η νύχτα ήταν έρημη και λασπωμένη, μα ο ποιητής τυχερός: αν και πολλές δεκαετίες μακριά από χρόνια σκληρά (τότε που οι ποιητές πεινούσαν, αρρώσταιναν και πέθαιναν) και μολονότι ο ίδιος δεν πεινούσε και είχε άφθονα αντιβιοτικά, η νύχτα ήταν ακόμα λασπωμένη. Κι ο ποιητής αξία απαραίτητη.

 Τα παιδιά στο σχολείο φορούσαν πανομοιότυπα κίτρινα αδιάβροχα, αγορασμένα από το τοπικό σούπερ μάρκετ. Ήταν φτηνά, ελαφρά και τυλίγονταν σε μια θήκη όταν δεν έβρεχε. Τα είχαν μαζί τους στη δουλειά το πρωί, κυκλοφορούσαν μ’ αυτά στην τσάντα τους το μεσημέρι κι έρχονταν για μάθημα φορώντας τα το βράδυ. Η Εύα, ο Άγγελος, ο Σοκόλ, όλοι φορούσαν αυτά τα νάιλον ρούχα με την κουκούλα. Σαν μέλη ενός τάγματος μοναχών απροσδιόριστης ασκητικής και ιδεολογίας.

Και οι καθηγητές είχαν αγοράσει από ένα. Ήταν πρακτικό. Ό,τι έπρεπε για να διασχίζουν την αυλή και να μην κάνουν το γύρο της κάτω από το στέγαστρο. Η Νάντια τη διέσχιζε μ’ ένα τέτοιο, για να πάει από το γραφείο του διευθυντή σ’ εκείνο των καθηγητών. Η βροχή έφτιαχνε γύρω της μια κουρτίνα που ασήμιζε στον προβολέα, και θα μπορούσε, στα μάτια του ποιητή, να φιλτράρει την εικόνα της και να τη στείλει στον κόσμο της νοσταλγίας.

Αλλά δεν μπορούσε, γιατί το κίτρινο αδιάβροχο έκανε τις φιγούρες αξεχώριστες μεταξύ τους.

Ο ποιητής φορούσε κι αυτός το δικό του παρόμοιο αδιάβροχο κι έβγαινε στην αυλή κινούμενος ζωηρά, δήθεν ότι είχε δουλειά στο απέναντι γραφείο. Στην πραγματικότητα, μόλις είχε σκεφτεί κάτι και το περπάτημα τον βοηθούσε στην επεξεργασία της σκέψης. Από αυτή την άποψη η βροχή ήταν, γι’ αυτόν, ιδιαιτέρως ευεργετική: πρώτον, έθετε σε κίνηση τη διαδικασία ανάκλησης εικόνων, βάσει της αρχέγονης σχέσης «νερό που πέφτει-αποτυπώσεις της μνήμης». Και δεύτερον, εμπόδιζε τους άλλους να τον παρατηρούν στο άσκοπό του βολτάρισμα, που, καμιά φορά, συνοδευόταν κι από παραμιλητό.

Όσο για τους μαθητές, μέσα στο αλαλούμ του ωρολογίου προγράμματος, σουλατσάριζαν άσκοπα στη βρεγμένη αυλή. Κι όταν το νερό δεν έπεφτε δυνατά βάδιζαν, παίζοντας, με το πρόσωπο ψηλά και ανοιχτό το στόμα.

Μέσα στο ίδιο αλαλούμ, επίσης, οι κομμώτριες βρήκαν την ευκαιρία να δηλώσουν αποχή από το εργαστήριο. Πράγμα που, όμως, πέρασε απαρατήρητο: κανείς δεν κατάλαβε ότι απείχαν από κάτι.

Οι ίδιες, με τα κίτρινα αδιάβροχά τους ή χωρίς, κάθονταν στο παγκάκι κάτω από το στέγαστρο και φλυαρούσαν με τις ώρες για τα δικά τους. Κι όπως είχαν όχι μία, όχι δύο, αλλά  τρεις μητρικές γλώσσες, αν και μιλούσαν κυρίως ελληνικά, όχι μονάχα οι ρυθμοί τους αλλά και οι έννοιες αναμιγνύονταν. Πίσω από τον ήχο του νερού, που έσταζε από το στέγαστρο μονότονα, ο ποιητής έστηνε με περιέργεια αυτί να συλλάβει γλωσσικούς σχηματισμούς την ώρα της γένεσης.

 

 (Το βιβλίο από την Εστία)

(η φωτό από το http://www.widgetbox.com)

Add comment 18/09/2009

Previous Posts


ΟΙ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΚΑΤΑ ΒΙΒΛΙΟ

ΣΕΛΙΔΕΣ

ΑΡΧΕΙΟ

Blogroll

ΤΑ ΡΑΝΤΕΒΟΥ ΜΑΣ

Νοεμβρίου 2009
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Οκτ    
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
30